ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΑΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 

Στις 21 Μαρτίου 2013 κατατέθηκαν 8 νομοσχέδια, τα οποία ενώ ήταν έτοιμα από καιρό και αφορούσαν πλαίσιο ρύθμισης ενός συστήματος εξυγίανσης το οποίο απαιτείτο από πλέγμα ευρωπαϊκών οδηγιών, όπως την Οδηγία 2001/24/ΕΚ αναφορικά με την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, δεν είχαν εμφανιστεί με αποτέλεσμα να φέρουν την εκτελεστική εξουσία και τη Βουλή προ μιας προειλημμένης απόφασης για ψήφισή τους.

 

Τα νομοσχέδια αυτά που το μεγαλύτερο είχε έκταση 61 σελίδων, ψηφίστηκαν τελικά παρά την προσπάθεια της αγωγής τροπολογιών για τη διασφάλιση των συνταξιοδοτικών ταμείων, ταμείων προνοίας και άλλων καταθέσεων ευπαθών ομάδων με μια τυπική διαδικασία ψηφοφορίας η οποία οδήγησε και στην ταυτόχρονη σχεδόν δημοσίευσή τους σε Νόμους το ίδιο βράδυ.

 

Έτσι οι Νόμοι 10 - 17 του 2013, θα παραμείνουν στην ιστορία ως οι Νόμοι που υποβλήθηκαν και ψηφίστηκαν αυθημερόν, παρόλο ότι εξειδικευμένοι, με τεκμήριο ότι αυτοί που τους ψήφισαν κατάλαβαν τι ψήφισαν και έπραξαν συνειδητά το καθήκον τους έναντι του λαού. Συνειδητά έπραξαν το καθήκον τους, ψηφίζοντας νομοθετικά πλαίσια που επιβλήθηκαν ως αναγκαία, έχοντας τη διαβεβαίωση ότι δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς.

 

Η κρίση, η τροποποίηση, η συζήτηση θα γίνει εκ των υστέρων και όλοι ψηφίζαμε με την ελπίδα τα νομοθετήματα αυτά να είναι αχρείαστα. Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας δεν έδωσε καμιά πειστική εξήγηση γιατί δεν τα παρουσίασε προηγουμένως και απλώς προέβαλε το επιχείρημα ότι η Βουλή ήταν κλειστή λόγω των προεδρικών εκλογών και δεν μπορούσε να τα παρουσιάσει, γιατί θα υπήρχε διαρροή στον τύπο και αναστάτωση.

 

Είναι καιρός για άσκηση δημοκρατικού ελέγχου, έστω και κατά ανεξάρτητων αξιωματούχων. Το ερώτημα όμως του μέσου πολίτη, δεν είναι το έλλειμμα δημοκρατίας που τυχόν παρατηρείται σήμερα. Είναι το έλλειμμα επί των οικονομιών μιας ζωής, το οποίο θα παρατηρηθεί με την έκδοση διαταγμάτων για εξυγίανση των δύο μεγαλύτερων τραπεζών του τόπου, στις οποίες εναπέθετε τις οικονομίες του. Βασικά θέματα που προκύπτουν είναι:

 

(α) Ποιες καταθέσεις προστατεύονται; Αν υποθέσουμε ότι στο διάταγμα για εξυγίανση μιας τράπεζας προβλεφθεί ότι μόνο οι εγγυημένες καταθέσεις μέχρι 100.000€ περιέρχονται στην υγιή τράπεζα, τότε θα προστατεύεται η κατάθεση μέχρι 100.000€ που κάθε καταθέτης έχει περιλάβει σε κάθε ξεχωριστό του λογαριασμό. Στην ανακοίνωση διορισμού της Διαχειρίστριας για τη Λαϊκή Τράπεζα δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ύψος των καταθέσεων που παραμένουν στην υγιή τράπεζα. Εκείνο που υπάρχει ως δεδομένο από την απόφαση του Eurogroup, ημερ. 25/03/2013, είναι ότι η εγγυημένες καταθέσεις μέχρι 100.000€ της Λαϊκής Τράπεζας θα αποκτηθούν από την Τράπεζα Κύπρου. Αν δηλαδή ένας καταθέτης έχει 2 ή περισσότερους καταθετικούς λογαριασμούς και στον καθένα από αυτούς υπάρχει ποσό μέχρι 100.000€, κάθε τέτοιος λογαριασμός ξεχωριστά περιέρχεται στην υγιή τράπεζα και διασώζεται. Στην ενδιάμεση ή κακή τράπεζα, θα μεταβιβαστεί το ποσό κάθε λογαριασμού που υπερβαίνει τις 100.000€.

 

Τούτο γιατί σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 12(1) του Ν.17(Ι)/2013 δεν επηρεάζονται οι εγγυημένες καταθέσεις. Εγγυημένη κατάθεση είναι αυτή που καλύπτεται από το Ν.16(Ι)/2013. Καλυπτόμενη κατάθεση είναι δυνάμει το άρθρου (4)(1)(α) του Ν.16(Ι)/2013 αυτή που διενεργεί καταθέτης καλυπτόμενων ιδρυμάτων. Καταθέτης σύμφωνα με τον Ν.17(1)/2013 σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει κατάθεση σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο «κατάθεση» από το άρθρο 2 των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 και από το άρθρο 2 των περί Συνεργατικών Νόμων του 1985 έως 2013. "Κατάθεση" σημαίνει ποσό χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται με όρους, βάσει των οποίων θα αποπληρωθεί με τόκο ή χωρίς τόκο ή υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση ή σε τακτή προθεσμία ή υπό όρους που συμφωνούνται από ή εκ μέρους του προσώπου που καταβάλλει και του προσώπου που εισπράττει το ποσό, αλλά οι οποίοι δε σχετίζονται με την πώληση ή τη διάθεση αγαθών ή περιουσιακών στοιχείων, την παροχή υπηρεσιών ή την έκδοση χρεωστικών ομολόγων ή μετοχών.

 

Η δαιδαλώδης αυτή λογική, θα έπρεπε να είχε επεξηγηθεί από τους αρμόδιους της Κεντρικής Τράπεζας με ανακοίνωσή τους, για να γνωρίζει το κοινό τι είναι αυτό που τελικά προστατεύεται και τι όχι.

 

(β) Πώς διασφαλίζεται η εξόφληση δανείων αν ο οφειλέτης διατηρεί ταυτόχρονα και κατάθεση στο ίδιο υπό εξυγίανση πιστωτικό ίδρυμα. Τα δάνεια μπορούν να συμψηφιστούν με καταθέσεις του ιδίου του οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 24(2)(γ). Αν ο καταθέτης είναι εγγυητής άλλου δανείου, οι καταθέσεις του δεν συμψηφίζονται με το δάνειο αυτό, εκτός αν το πιστωτικό ίδρυμα έχει εξασφαλίσει (ή θα εξασφαλίσει μεταγενέστερα) δικαστική απόφαση εναντίον του για το συγκεκριμένο δάνειο, οπότε θα συμψηφίσει το εξ αποφάσεως χρέος του με την κατάθεση του. Σε τέτοια περίπτωση ο εγγυητής θεωρείται οφειλέτης.

 

(γ) Διασφαλίζονται τα Ταμεία Προνοίας και Συντάξεων και οι καταθέσεις ευπαθών ομάδων;Τα Ταμεία Προνοίας και Συντάξεων, οι καταθέσεις ευπαθών ομάδων, που μεταβιβάζονται στην κακή τράπεζα, οι καταθέσεις φιλανθρωπικών οργανισμών, τα κληροδοτήματα μη κερδοσκοπικών οργανισμών που βρίσκονται σε καταπιστεύματα, μπορούν να διασωθούν αν το επιθυμεί η Αρχή Εξυγίανσης με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 25 σε συνδυασμό με το άρθρο 3(1)(ζ). Το άρθρο 25 διασφαλίζει ότι η τυχόν απώλεια που υφίσταται το θιγόμενο μέρος δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα είχε υποστεί, αν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ετίθετο απευθείας σε εκκαθάριση. Με την επιφύλαξη του ιδίου άρθρου υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος. Με βάση το άρθρο 3(1)(ζ), στόχος της εξυγίανσης είναι μεταξύ άλλων, η προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.

 

(δ) Εκκρεμούσες αγωγές δεν επηρεάζονται, καθώς με βάση το άρθρο 28 του Νόμου συνεχίζουν να υφίστανται. Η μεταβίβαση των επισφαλών δανείων και των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος στην ενδιάμεση τράπεζα δεν αλλάζει το καθεστώς διεκδίκησής τους γιατί τελικός στόχος είναι να εισπραχθούν τα δάνεια για να πληρωθούν με βάση το 10(2)(α) στο υπό εξυγίανση ίδρυμα. Αν δεν έχουν καταχωρηθεί αγωγές αυτές μπορούν να γίνουν είτε από την ενδιάμεση τράπεζα, είτε από τον διαχειριστή, είτε από το αποκτών πρόσωπο (δηλ. αυτό που θα εξαγοράσει το χρέος), σύμφωνα με το άρθρο 28.

 

(ε) Αξιόγραφα. Αυτά μπορούν να μεταβιβαστούν, με διάταγμα δυνάμει του άρθρου 10 στην ενδιάμεση τράπεζα. Αν η ενδιάμεση τράπεζα, με βάση το άρθρο 10(12) δεν πωληθεί εντός της χρονικής περιόδου που προβλέπουν τα εδάφια (8) ή (11) του άρθρου (10), δηλαδή 3 έτη + 1 έτος + 1 έτος, τότε τίθεται σε εκκαθάριση. Το τυχόν πλεόνασμα από εκκαθάριση ή πώληση της ενδιάμεσης τράπεζας, μετά την ικανοποίηση στο ακέραιο όλων των νόμιμων απαιτήσεων των πιστωτών της, καταβάλλεται στο υπό εξυγίανση ίδρυμα. Τα αξιόγραφα είναι προτελευταία στη σειρά προνομιακής ικανοποίησης, με βάση το άρθρο 4(3)(ε) του Νόμου και για να μπορέσουν να πληρωθούν, σε οποιαδήποτε αξία και αν έχουν, θα πρέπει προηγουμένως κατά σειρά προτεραιότητας να εξοφληθούν τα έξοδα το διαχειριστή και των συμβούλων του, τα χρήματα που καταβλήθηκαν στο υπό εξυγίανση ίδρυμα μετά ή πριν το διορισμό του εκκαθαριστή, οι εγγυημένες καταθέσεις, τα ποσά που οφείλονται στο Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων και οποιαδήποτε κρατική στήριξη. Θα πρέπει επομένως να λεχθεί ξεκάθαρα στους κατόχους αξιογράφων, ότι δεν πρόκειται να εισπράξουν οτιδήποτε, δεδομένης της υπεροχής των υποχρεώσεων έναντι του ενεργητικού της ενδιάμεσης τράπεζας.

 

Κατά την άποψή μας θα πρέπει το κράτος να διασφαλίσει με ειδική ρύθμιση, ή μέσα από ειδικό ταμείο, όλα τα συνταξιοδοτικά σχέδια και ταμεία προνοίας τα οποία θα μπορεί να συμψηφίσει με τα δάνεια που οφείλουν στις τράπεζες οι δικαιούχοι, τους κατόχους αξιογράφων και όσο δυνατό μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων που υπερβαίνουν τις 100.000€. Το κούρεμα των καταθέσεων της Τράπεζας Κύπρου θα πρέπει να αντιμετωπισθεί μέσα στα πλαίσια της ευρύτερης οικονομικής πολιτικής και να επιλυθεί το συντομότερο για σκοπούς εμπέδωσης της εμπιστοσύνης του κοινού.

 

Διάταγμα επιβολής περιοριστικών μέτρων στις συναλλαγές σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Για να επαναλειτουργήσουν οι τράπεζες, χωρίς να προκληθεί αναστάτωση από υπεραναλήψεις θα πρέπει με βάση το Νόμο 12(Ι)/2013 να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Αυτό μπορεί να προβλέπει με βάση το άρθρο 5(1) του Νόμου:

 

(1) περιορισμό στις αναλήψεις,

(2) απαγόρευση του πρόωρου τερματισμού καταθέσεων προθεσμίας,

(3) υποχρεωτικό επαναπρογραμματισμό της λήξης των καταθέσεων προθεσμίας που λήγουν,

(4) απαγόρευση ή και περιορισμό ανοίγματος νέων λογαριασμών,

(5) μετατροπή καταθέσεων που βρίσκονται σε λογαριασμούς όψεως ή τρεχούμενους σε καταθέσεις προθεσμίας,

(6) απαγόρευση ή και περιορισμό στις συναλλαγές χωρίς μετρητά,

(7) περιορισμό στη χρήση χρεωστικών ή και πιστωτικών ή και προπληρωμένων καρτών,

(8) απαγόρευση ή και περιορισμό στην εξαργύρωση επιταγών,

(9) περιορισμό στις διατραπεζικές συναλλαγές ή και στις συναλλαγές εντός του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος,

(10) περιορισμό στις συναλλαγές του κοινού με πιστωτικό ίδρυμα,

(11) περιορισμό στη διακίνηση κεφαλαίων, πληρωμών και μεταφορών,

(12) πρόστιμο επί της απόσυρσης καταθέσεων,

(13) οποιοδήποτε άλλο περιοριστικό μέτρο το οποίο ο Υπουργός Οικονομικών κρίνει απαραίτητο να επιβληθεί υπό τις περιστάσεις προς διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας.

 

Αν οι πιο πάνω περιορισμοί επιβάλλονται για λόγους έκτακτης ανάγκης, όπως αναφέρεται στον τίτλο του Νόμου, τότε υπόκεινται στις πρόνοιες του άρθρου 183 του Συντάγματος, περί κήρυξης έκτακτης ανάγκης, η οποία επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου, που απειλεί την ύπαρξη της Δημοκρατίας. Σε τέτοια ακραία περίπτωση είναι δυνατός ο περιορισμός της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που ρητά καταγράφονται στο άρθρο, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 23(1) του Συντάγματος, το οποίο προνοεί για το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης ή διάθεσης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του. Αφού λοιπόν σε περίπτωση πολέμου δεν μπορεί να ανασταλεί ένα τέτοιο δικαίωμα, ως θα υποστηριχθεί συνταγματικά ότι ο Υπουργός Οικονομικών θα μπορούσε να επιβάλει τους περιορισμούς που προβλέπονται στο Νόμο; Ο Ν.12(Ι)/2013 είναι κατά την άποψή μου προφανώς αντισυνταγματικός και αν ο Υπουργός Οικονομικών επιδιώξει την έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι βέβαιο ότι η συνταγματικότητά του θα κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να εκδώσει και διαταγή αναστολής εκτέλεσης του διατάγματος, αν συμφωνήσει με την άποψή μας, πως υπάρχει προφανής παρανομία λόγω αντισυνταγματικότητάς του.