«ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ»

 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

 

Η κρίση και ιδιαίτερα η επίκριση ενοχλεί όταν παίρνει τη μορφή σχολίου, αν αυτή προέρχεται από ημιμαθείς ή έστω μη ειδικούς. Όταν όμως προσλαμβάνει τη φύση δικαστικής ετυμηγορίας για κατ’ ισχυρισμό λάθος, παράλειψη ή παράβαση, μετατρέπεται σε κίνδυνο μπροστά από την πόρτα κάθε επαγγελματία, ο οποίος μπορεί να σταλεί στη φυλακή ή να χρεοκοπήσει, καταβάλλοντας υπέρογκες αποζημιώσεις. Ενώ σπάνια δημοσιοποιούνται αγωγές για επαγγελματικές παραλείψεις ή λάθη δικηγόρων, λογιστών, χρηματιστών, αρχιτεκτόνων, μηχανικών, χημικών και άλλων επιστημόνων που η επαγγελματική τους δράση περιστρέφεται γύρω από την εξυπηρέτηση του κοινού, συχνά δημοσιοποιούνται τέτοιες δικαστικές διαδικασίες κατά γιατρών. Είναι γεγονός πως οι δικαστικές διαδικασίες κάθε είδους κατά γιατρών, παραϊατρικού προσωπικού και νοσηλευτικών ιδρυμάτων είναι πολλαπλάσιες των παρόμοιων διαδικασιών κατά των μελών οποιουδήποτε άλλου επαγγελματικού κλάδου και θα μπορούσε μια στατιστική ανάλυση να καταδείξει πως είναι κατά πολύ περισσότερες από το άθροισμα όλων των άλλων. Οι ιατρικές επιπλοκές οδηγούν στην υποψία ύπαρξης ιατρικού λάθους και με τον τρόπο αυτό μοιραία η ιατρική πράξη τίθεται υπό δικαστικό έλεγχο. Η νομολογία δεν αναγνωρίζει ως υπεράσπιση το ιατρικό ατύχημα και οι επιπλοκές, όσο απρόβλεπτες και αν είναι, καταλογίζονται στο γιατρό ο οποίος έχει το βάρος να αποδείξει την εκ μέρους του καταβολή της δέουσας προσοχής και φροντίδας. Στην ακρότητα της η αντίληψη αυτή ανατρέπει το τεκμήριο της αθωότητας και οι γιατροί αισθάνονται ότι βάλλονται από παντού. Ως το επαγγελματικό σώμα που βαρύνεται με τις περισσότερες δικαστικές υποθέσεις, η τάξη των εμπλεκόμενων στην παροχή υπηρεσιών υγείας αισθάνεται πως οι γιατροί παραμένουν απροστάτευτοι από το νόμο και σύρονται στα Δικαστήρια για σφάλματα που όντως ή δήθεν τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους κατά τρόπο που η ιατρική πράξη να τίθεται υπό συνεχή δικαστικό έλεγχο.

 

Στους ιατρικούς κύκλους υπάρχει η πεποίθηση ότι η ιατρική και η νομική επιστήμη έχουν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης των πραγμάτων, όταν αξιολογούν ενέργειες επί των οποίων εκφέρουν επίκριση. Τούτο επιτείνεται από τη διαφαινόμενη Δικαστική αντίληψη μιας τελολογικής αντιμετώπισης της ιατρικής συμπεριφοράς, ως εξαρτώμενης εκ του αποτελέσματος. Η επιείκεια ως πηγή δικαίου φοβίζει, αφού μπορεί να εκφραστεί ως συμπάθεια προς τον παθόντα μετατρέποντας τον αρωγό γιατρό στα μάτια της δικαιοσύνης σε αδικοπραγούντα δράστη. Είναι ωστόσο αξίωμα, ότι δεν πρέπει να αναμένεται από το γιατρό ευθύνη «εργολάβου», συναρτημένη με το αποτέλεσμα της αναληφθείσας εργασίας, αλλά μόνο η παροχή υπηρεσιών κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, τέχνης και δεοντολογίας.

 

Η ιατρική επιστήμη εξελίσσεται και υπόσχεται: αντίστοιχα οι ασθενείς προσμένουν και οι προσδοκίες τους τροφοδοτούνται από τις εικασίες αυτών που συνήθως εκ των υστέρων γνωμοδοτούν για το τι θα έπρατταν οι ίδιοι σε αντίθεση με τους θεράποντες. Η εμφάνιση νέων θεραπευτικών μέσων και η εφαρμογή καινοφανών μεθόδων που κάποιες φορές αποδεικνύονται επικίνδυνες, επιτείνουν τη σύγχυση. Παράλληλα ο τομέας της υγείας αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας στις αναπτυγμένες χώρες.

 

Ο αυξητικός αριθμός των αγωγών για παράβαση ιατρικού καθήκοντος και η τάση να σύρονται αβασάνιστα οι παροχείς υπηρεσιών υγείας στα ποινικά και αστικά Δικαστήρια για ιατρική αμέλεια, προσλαμβάνει για τους λόγους αυτούς ανησυχητικές διαστάσεις.

 

Μεγάλα ποσά επιδικάζονται σήμερα σε Ενάγοντες θύματα και συγγενείς εξαρτώμενους τους για λάθη, αστοχίες και ατυχήματα που αποδίδονται σε αμέλεια των παρόχων υπηρεσιών υγείας και για παραβίαση των δικαιωμάτων των ασθενών. Τα ποσά αυτά θα αυξάνονται όσο διευρύνεται η συνειδητοποίηση της αποτελεσματικότητας των δικαστικών μέτρων αποκατάστασης των συνεπειών του ιατρικού σφάλματος. Όσο επιτείνεται η κριτική της αστοχίας κατά την εκτέλεση ιατρικών πράξεων και όσο οι πολίτες εντάσσουν στη ζωή και τη νοοτροπία τους τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, θα μεγεθύνεται και το ενδεχόμενο του δικαστικού ελέγχου του τρόπου τέλεσης της ιατρικής πράξεως. Είναι καθήκον των Δικαστηρίων να καταστήσουν σαφές ότι κάθε αποτυχημένη ιατρική πράξη, δεν θεμελιώνει κατ’  ανάγκη αστική, ποινική ή έστω ηθική ευθύνη του γιατρού και ότι η προσφυγή σ’  αυτά θα πρέπει να συντελείται όταν υπάρχει βάσιμη ένδειξη αμελούς πράξης ή παράλειψης. Όμως το φαινόμενο της έξαρσης του δικαστικού ελέγχου της ιατρικής πράξης είναι σχετικά πρόσφατο και είναι λογικό να παρατηρούνται ενίοτε ακραίες αντιδράσεις και κριτικές.

 

Ενδεικτικά στην Αγγλία το 2000 εκκρεμούσαν ενώπιον των Δικαστηρίων 23.000 υποθέσεις και επιδικάστηκαν συνολικές αποζημιώσεις πέραν των £4.400.000. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η ακριβής εικόνα του αριθμού των ιατρικών ατυχημάτων στην Αγγλία και Ουαλία, αφού μόνο ένα μικρό ποσοστό από αυτά οδηγούνται στο Δικαστήριο. Μια στατιστική μελέτη εισηγείται ότι περίπου το 11% των ασθενών που εισάγονται στα νοσοκομεία έχουν την εμπειρία ενός ιατρικού ατυχήματος, από τα οποία περισσότερα από τα μισά θα μπορούσαν να αποτραπούν αν επιδεικνυόταν το σύνηθες καθήκον επιμέλειας[1]. Στη Σκωτία το 2004 πληρώθηκε το ποσό των £3.000.000 σε οικογένεια μιας δεκάχρονης που υπέστη εγκεφαλική παράλυση μετά από λάθη που έγιναν κατά τη γέννηση. Επίσης σύμφωνα με αναφορές των 15 Συμβουλίων Υγείας της Σκοτίας αυτά πλήρωσαν κατά την περίοδο 2002-2004 £16.300.000 για ιατρικές αμέλειες, αλλά σύμφωνα με τους κανονισμούς τους δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη λεπτομερειών του είδους των υποθέσεων για τις οποίες καταβλήθηκε αποζημίωση. Στο δημοσίευμα των Times στο οποίο περιέχονται τα στοιχεία αυτά, αναφέρεται ότι τα νοσοκομεία της Σκοτίας αποκρύπτουν τα λάθη τους πληρώνοντας εξώδικα εκατομμύρια λίρες σε θύματα ιατρικής αμέλειας.[2]

 

Στις ΗΠΑ, με το, αν και απαγορευτικής δαπάνης, υψηλότατο επίπεδο περίθαλψης, παρουσιάζεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα ιατρικής ευθύνης, εξ’ αιτίας και δικηγορικών γραφείων που αναλαμβάνουν εργολαβικά δίκες, αλλά και των εξαιρετικά υψηλών ασφαλίστρων που καταβάλλουν οι γιατροί.

 

Η κυβέρνηση Μπους προσπάθησε να θέσει ως οροφή των αποζημιώσεων για ηθική βλάβη από ιατρική αμέλεια στα $250.000.[3] Το 2003 ο μέσος όρος των επιδικασθεισών αποζημιώσεων σε υποθέσεις ιατρικής αμέλειας ανήλθε στο $1.000.000.

 

Στην Ελλάδα, ενώ το 1995 σε βάρος γιατρών εκκρεμούσαν 5 έως 10  υποθέσεις, σήμερα ενδέχεται να ανέρχονται σε 1500 έως 2000[4]

 

Αντικείμενο της παρουσίασης αυτής είναι η  αστική και ποινική ευθύνη των εμπλεκόμενων στην παροχή υπηρεσιών υγείας γενικά και των γιατρών ειδικά, ενώ θα επιχειρηθεί μόνο περιγραμματική αναφορά στις άλλες μορφές αστικής και ποινικής πτυχής, ώστε να τονιστεί η έκταση των εννόμων συνεπειών κατά την άσκηση των καθημερινών ιατρικών δραστηριοτήτων.

 

Όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει αστική ή ποινική μορφή. Έξαρση παρατηρείται στη διεκδίκηση αστικών αποζημιώσεων αφού αυτές επιδικάζονται στη βάση της ευθύνης που κατανέμεται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ αντίθετα οι ζημιωμένοι δεν έχουν τον έλεγχο της ποινικής διαδικασίας η οποία είναι σε κάθε περίπτωση χωρίς υλικό αποτέλεσμα γι’ αυτούς.

 

Στην Κύπρο οι αγωγές για ιατρική αμέλεια άρχισαν να εγείρονται μετά το 1965. Η πρώτη καταγραμμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι το 1970 για αγωγή που αφορούσε ατύχημα κατά τη διάρκεια εγχείρησης τοκετού το Σεπτέμβριο του 1965. Δόθηκαν γενικές αποζημιώσεις £500.[5]

 

Πρόσφατα, παρατηρείται η έγερση αγωγών με επίκληση ιατρικής ευθύνης για παραβίαση δικαιωμάτων των ασθενών, όπως το δικαίωμα στην πληροφόρηση, στην επιλογή γιατρού, στην πρόσβαση σε στοιχεία και στην παραβίαση του απορρήτου. Ενδεικτικά, η αγωγή 7409/06 του ΕΔ Λευκωσίας που εκκρεμεί, αφορά ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι δεν πληροφορήθηκε έγκαιρα τα αποτελέσματα της μαστογραφίας της, με συνέπεια να της αφαιρεθεί ο ένας μαστός. Οι αγωγές για ιατρική αμέλεια στην Κύπρο είναι σποραδικές και η έγερση τους αποτελεί ακόμα είδηση[6]. Ενώπιον του Eφετείου έφτασαν μόνο ελάχιστες αστικές και ποινικές υποθέσεις που πραγματεύονται το θέμα της ιατρικής ευθύνης.

 

2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

 

Η αναδρομή στον ιστορικό ρόλο του γιατρού δείχνει μια συνεχή απόπειρα εξισορρόπησης του σεβασμού στην άσκηση του λειτουργήματος και της αυστηρότητας στην κρίση των ενεργειών του. Αν και το θέμα δεν έχει μέχρι τις μέρες μας ευθέως επιλυθεί, η ιστορία δείχνει μια συνεχή αναζήτηση των κανόνων δεοντολογίας που θα διέπουν την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος, προκειμένου, με σεβασμό προς το λειτούργημα και με αυστηρότητα στην κρίση του τρόπου άσκησης του, να αντιμετωπισθεί η δυσπιστία του κοινού και να τεθούν όρια τέλεσης της ιατρικής πράξης. Από την αρχαιότητα είχε αναπτυχθεί ο προβληματισμός κατά πόσο ο γιατρός μπορούσε ή ενδεικνυόταν να θεωρηθεί υπεύθυνος για τις αποτυχίες του. Η πρώτη αντίδραση στο ενδεχόμενο ύπαρξης ιατρικού σφάλματος ήταν η θέσπιση κανόνων ποινικού χαρακτήρα.

Στη Βαβυλωνία το 2384 π.Χ. ο περίφημος Κώδικας του Hammurabi στο άρθρο 218 προνοούσε: «Αν ο γιατρός ενεργούσε τομή με χάλκινο χειρουργικό μαχαίρι και θεράπευε τον άρρωστο, ή αν έτεμνε τον οφθαλμό και ο οφθαλμός διατηρείτο θα έπρεπε να εισπράξει δέκα μοίρες αργύρου. Σε αντίθετη περίπτωση αν ο ασθενής πέθαινε ή έχανε την όραση του θα αποκόπτονταν τα χέρια του γιατρού»[7].

 

Στην Αίγυπτο, σύμφωνα με τις διατάξεις της ‘Ιεράς Βίβλου’ στην οποία κάνει αναφορά ο Ηρόδοτος, η ευθύνη του Ιατρού μεταφερόταν σε αυτόν με την πάροδο 3 ημερών από την έναρξη της θεραπείας. Η τιμωρία των ιατρών σε περίπτωση παράβασης των Κανόνων της ιατρικής επιστήμης που περιλαμβάνονταν στην Ιερά Βίβλο, ανεξαρτήτως της έκβασης της ασθένειας, ήταν η θανατική ποινή[8].

 

Στην Αρχαία Ελλάδα ο Ιπποκράτης ήταν εκείνος που ταξινόμησε συστηματικά την ιατρική και πρώτος επιχείρησε τη θεραπεία των νόσων με μέθοδο. Στη “Θεραπευτική” συνιστούσε όπως οποιαδήποτε επέμβαση γίνεται ‘λελογισμένα’ και με πολλή προσοχή και δεν συγχωρείτο η επιδείνωση της κατάστασης του αρρώστου από εσφαλμένη θεραπεία[9]. Στην Αρχαία Ελλάδα δεν βρίσκουμε ειδικές διατάξεις για την ευθύνη των γιατρών. Όμως από κάποιες αναφορές μπορεί να συναχθεί ότι επικρατούσε η αντίληψη του ανεύθυνου των γιατρών: «Ει δ΄έτι και υπό ιατρού απέθανεν» λεει ο Αντιφών. Ο Πλάτωνας δεν παραδέχεται την ύπαρξη ιατρικής ευθύνης αν ο γιατρός ενήργησε καλόπιστα[10]. Ο Ιπποκράτης τονίζει την ανάγκη καθιέρωσης ιατρικής ευθύνης σχολιάζοντας: «Ιατρική τεχνέων μεν πασέων εστίν επιφανεστάτη. Δια δε αμαθίην των τε χρεωμένων αυτή και των εική τους τοιούσδε κρινόντων πολύ τι πάσεων ήδη των τεχνέων απολείπεται. Η δε των αμαρτάς τα μάλιστα μοι δόκει έχειν αιτίην τοιήνδε. Πρόστιμον γαρ Ιατρικής μούνης εν τήσι πόλισιν ουδέν ώρισται, πλην αδοξίης. Αύτη δε ου τιτρώσκει τους εξ αυτέης συγκειμένους».

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος, όπως αναφέρει στη βιογραφία του ο Πλούταρχος, τιμώρησε το γιατρό Γλαύκο γιατί ενώ νοσήλευε τον επιστήθιο φίλο του Αλέξανδρου Ηφαιστίωνα, τον εγκατέλειψε κλινήρη για να μεταβεί σε κάποια θεατρική παράσταση. Στην απουσία του γιατρού ο Ηφαιστίωνας κατανάλωσε ένα ολόκληρο πετεινό και ένα μεγάλο παγούρι κρασί «αλεκτρύονα εφθόν και ψυκτήραν μέγαν εκποιών οίνου» και έτσι προκλήθηκε ο θάνατος. Ο Μέγας Αλέξανδρος, καταδίκασε το γιατρό σε θάνατο με σταύρωση επειδή εγκατέλειψε αφύλακτο τον ασθενή[11].

 

Στο Ρωμαϊκό Δίκαιο τέθηκε από νωρίς το πρόβλημα της Ιατρικής ευθύνης. Η άσκηση του Ιατρικού επαγγέλματος ήταν αρχικά ελεύθερη στη Ρώμη. Στην αρχή το επάγγελμα του γιατρού ασκούσαν μόνο δούλοι και στα μέγαρα των πατρικίων οι γιατροί ήταν «παράπλευροι των μαγείρων, των μυρεψών, των μαλακτών και των υπηρετών». Συστηματική ιατρική άσκησαν πρώτοι οι Έλληνες γιατροί που έφθασαν στη Ρώμη από την Ελλάδα και την Αλεξάνδρεια. Η Δωδεκάδελτος τιμωρούσε τους γιατρούς για την αμέλεια και την απειρία τους με την επιβολή ποινών. Όμως από τότε υπήρχε μεγάλη δυσκολία στην απόδειξη ύπαρξης ιατρικής αμέλειας. Ο Πλίνιος αναφέρει τα εξής: «Δεν υπάρχει νόμος όστις να τιμωρεί την άγνοια των ιατρών δια μίας ποινής σοβαράς. Εκπαιδεύονται ούτοι και μορφώνονται εις βάρος μας και με κίνδυνον μας. Ο θάνατος των ανθρώπων αποτελεί δι αυτούς μίαν σειράν πειραματισμών και μόνοι αυτοί απολαύουν το προνόμιο να φονεύουν ατιμωρητί τους ανθρώπους. Αλλά τί λέγω; Επιρρίπτουν την ευθύνην εις τον ασθενή, κατηγορούν αυτόν δι΄ακολασίαν και τελικώς θεωρούν αυτόν υπεύθυνον του θανάτου του[12]». Ο Ακουίλιος Νόμος, από το 573 από κτίσεως Ρώμης καθιερώνει για πρώτη φορά την αστική ευθύνη των γιατρών[13].

 

Για να υπάρξει ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται:

 

(α)       περιουσιακή βλάβη, θετική ή αποθετική·

(β)       η πράξη να είναι άδικη· στην έννοια της ιατρικής αμέλειας, οποιασδήποτε έκτασης, περιλαμβάνεται η απειρία του γιατρού και η αμέλεια πρόγνωσης.

(γ)        Υποκειμενική υπαιτιότητα· δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος της βούλησης του γιατρού με το ζημιογόνο γεγονός. Ο σύνδεσμος αυτός μπορεί να είναι είτε άμεσος, δηλαδή ο δράστης να επιθυμεί την επέλευση του αποτελέσματος, οπότε υπάρχει δόλος, είτε έμμεσος, οπότε υπάρχει αμέλεια.

(δ)       Αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος της ενέργειας του βλάψαντος προς τη βλάβη· δηλαδή η βλάβη να είναι το αποτέλεσμα της ενέργειας του γιατρού.

 

Οι αρχές αυτές καταλογισμού της Αστικής ευθύνης από αμέλεια εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα και πάνω σε αυτές, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, έχει ασκηθεί μόνο νομολογιακή ερμηνεία και εξειδίκευση.

 

Κατά το Δίκαιο των Σταυροφόρων που ενσωματώθηκε σε κώδικα Νόμων με τον τίτλο «Les Assises de Jerusalem» οι γιατροί ήταν υπεύθυνοι ακόμη και για την αμέλεια που επεδείκνυαν οι ασθενείς όταν παρέλειπαν να υποδείξουν σ’  αυτούς με σαφήνεια και με λεπτομέρεια τη θεραπευτική τακτική που όφειλαν να ακολουθήσουν.

 

Στα βιβλία των Ασσιζών της Κάτω Αυλής που ίσχυσαν στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας, μεταφρασμένα στην Ελληνική διάλεκτο της εποχής, παρατηρούμε ανάλογες διατάξεις που αναφέρονται στην ευθύνη των ιατρών έναντι Χριστιανών ελευθέρων πολιτών αφ΄ ενός και έναντι του κυρίου σε περίπτωση θεραπείας δούλου, αφ΄ ετέρου. Όπως αναφέρει ο Δρ Κύπρος Χρυσάνθης στη μελέτη του «Ευθύνες και ποινές ιατρών κατά τις Ασίζες»[14]:

 

«Οι σχετικές διατάξεις των Ασιζών της Κύπρου συμπεριλαμβάνονται σε τρία άρθρα από του σκε΄ ως το σκζ΄ (συμπεριλαμβανομένου) για τον Κώδικα Α΄ (έκδ. Σάθα) και από το σκγ΄ ως το σκε΄ (συμπεριλαμβανομένου) για τον κώδικα Β΄. Και στις δύο περιπτώσεις το μεσαίο αναφέρεται στην κτηνιατρική, γι’  αυτό παραλείπεται από την εργασία μας αυτή.  Οι σχετικοί τίτλοι των άρθρων αυτών είναι οι εξής:

                        ΚΩΔΙΚΑΣ Α΄

            σκε΄.   Περί όλων των αγκαλεμάτων των ιατρών.

σκζ΄.  Περί των εργασιών των βοτάνων των ιατρών, τα διδούν κάτινος ασθενή, κανέναν δροσάτον, ή κανέναν βοτάνιν, ή στομαχικόν, απαί το ποίον απέθανεν.

            ΚΩΔΙΚΑΣ Β΄

σκγ΄.   Περί εκείνου όπου ελάβωσεν τον δούλον του, και θεωρώντα ο ιατρός, εσύμπαψεν να τον ιάνη και είχεν τον κόψει κατά και ετελεύτησεν, πως ο γιατρός να τον καλλιωτερίση.

Σκε΄.   Περί εκείνου του ιατρού όπου έρχεται να γιατρέψη τον σκλάβον τινός, και διά κακά βότανα παιθαίνει, πως χρη να το πλερώση.

 

Αναλύοντας τα περιεχόμενα του πρώτου και τρίτου άρθρου και των δύο κωδίκων βλέπομε πως στο πρώτο περιλαμβάνονται οι ποινές για αποτυχία του ιατρού σε περιπτώσεις εξωτερικών παθήσεων σαν πληγής σε φανερό μέρος αποστήματος, επιπεπλεγμένου κατάγματος, κατάγματος χεριού ή ποδιού. Στο τρίτο άρθρο περιλαμβάνονται οι ποινές για αποτυχία του ιατρού, (α) σε περίπτωση εσωτερικών παθήσεων, σαν κοιλιακής νόσου, πυρετού, κρυολογήματος, υδρωπικίας, (β) σε περίπτωση παθήσεως του πρωκτού και (γ) σε περίπτωση δερματικών παθήσεων.  Επιπροσθέτως στο άρθρο αυτό περιλαμβάνεται ο τρόπος διαδικασίας στις περιπτώσεις αυτές, ο τρόπος εξασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος και ο τρόπος αδείας προς εξάσκηση αυτού από ξένο ιατρό.

 

Οι ποινές που ασκούνται κατά του ιατρού διαφέρουν στην περίπτωση που πεθαίνει ελεύθερο ή χριστιανό πρόσωπο (το χριστιανό με την έννοια του ελεύθερου) και στην περίπτωση που πεθαίνει σκλάβος.  Στην πρώτη περίπτωση η ποινή είναι βαρύτατη και κυμαίνεται μεταξύ απλής κακώσεως μέχρι θανάτου με διαπόμπευση και κατάσχεση της περιουσίας.  Στη δεύτερη περίπτωση η ποινή περιορίζεται στην αντικατάσταση του σκλάβου, στην χρηματική αποζημίωση, στην μη πληρωμή ιατρών και στην εκδίωξη του ιατρού από την χώρα.

 

Για να εξασκήσει ένας το επάγγελμα του ιατρού πρέπει να έχει προς τούτο άδεια της αυλής.  Σε αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με το δίκαιο, ο ιατρός αυτός αποπέμπεται από την χώρα.  Σε περίπτωση ξένου ιατρού, σαρακηνού ή μη δίδεται γραπτή άδεια εξασκήσεως αν αυτός βρεθεί από τον επίσκοπο και τους παρευρισκομένους καλύτερους ιατρούς του τόπου ως κάτοχος της ιατρικής τέχνης.»

 

3. ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

 

Η ιατρική ευθύνη ως όρος εμπεριέχει τη σύνθεση των εννοιών «ιατρική» και «ευθύνη». Για να γίνει αντιληπτή η εννοιολογική διάσταση της σύζευξης αυτής, θα πρέπει να επιδιωχθεί κεχωρισμένα η ανάλυση του κάθε συνιστώντα στοιχείου: Της «ιατρικής φύσης» της πράξης από τη μια, στην οποία περιλαμβάνεται κάθε δραστηριότητα που εντάσσεται στα πλαίσια των ενεργειών παροχής υπηρεσιών υγείας και της «δυνάμενης να καταλογιστεί ευθύνης» από την άλλη, τόσο αστικής όσο και ποινικής.

 

Η ιατρική πλευρά απόδοσης ευθύνης, περικλείει όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που εμπίπτουν στην ευρεία έννοια του παροχέα υγείας, όπως εύστοχα και αναλυτικά καθορίζεται στο νόμο για τα δικαιώματα των ασθενών. Η συμπερίληψη και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων στον όρο, εξυπακούει και την επέκτασή του ώστε να καλύπτει και την «κλινική ευθύνη», για την οποία μέχρι τώρα δεν είχε γίνει πολύς λόγος.

 

Ορίζοντας συνοπτικά την ιατρική ευθύνη, απομονώνουμε την υποχρέωση του παροχέα υπηρεσιών υγείας να μην ενεργεί κατά τρόπο εσφαλμένο. Το κολάσιμο ιατρικό σφάλμα, που αποτελεί το αντικείμενο της ιατρικής ευθύνης, συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη ως συνέπεια της οποίας δεν επέρχεται το αναμενόμενο ιατρικό αποτέλεσμα. Το ιατρικό σφάλμα μπορεί να οφείλεται σε υπερεκτίμηση εκ μέρους του γιατρού των ικανοτήτων και δυνατοτήτων του (skill based error), σε αποτυχία αναγνώρισης, επιλογής και εφαρμογής του ενδεδειγμένου θεραπευτικού κανόνα (rule based error) ή στην εσφαλμένη ή ανεπαρκή ενημέρωση για την κατάσταση της υγείας του ασθενούς ή την παράλειψη εξασφάλισης της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής που οδηγούν  στην ελλιπή αξιολόγηση των συνθηκών εκ μέρους του γιατρού (knowledge based error). Το σφάλμα αυτό ολοκληρώνεται με την εξωτερίκευση μιας εσωτερικά αμελούς συμπεριφοράς. Για να αποτελεί επομένως αντικείμενο του Νόμου πρέπει να υλοποιείται σ’  ένα εξωτερικό, αντικειμενικό λάθος. Για να αποτελέσει αντικείμενο έννομης ενασχόλησης το ιατρικό σφάλμα θα πρέπει να εκφραστεί με την εξωτερίκευση μιας εσωτερικά αμελούς συμπεριφοράς. Θα πρέπει με άλλα λόγια να υπάρχει καταφατική εξωτερίκευση του ως συνέπεια επί του επηρεαζόμενου. Εκτός λοιπόν από την εσωτερική αμέλεια, απαιτείται και εξωτερική απόδειξη αμέλειας ώστε οι συνέπειες της άτεχνης και πλημμελούς διεξαγωγής ενός εγχειρήματος να γίνονται αντιληπτές στον εξωτερικό κόσμο.

 

Σχηματικά η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, είτε αστική (συμβατική ή προερχόμενη από αστικό αδίκημα) είτε ποινική μορφή.

 

Η ευθύνη είναι αστική, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα προέρχεται από τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης ενός λειτουργού έναντι του προσώπου, το οποίο εξ αυτής ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία. Στην αστική της έκφραση, μπορεί να περιλαμβάνει απαιτήσεις εναντίον του γιατρού για αποζημιώσεις επειδή πλήγηκε κάποιο δικαίωμα του ασθενούς, όπως (παραβίαση ιατρικού απορρήτου, παρεμπόδιση στην πληροφόρηση, μη λήψη συγκατάθεσης, παράβαση δεοντολογίας) ή επειδή επιδείχθηκε ιατρική και κλινική αμέλεια, ασκήθηκε αναίτια επέμβαση στο σώμα, «επίθεση» ή διαπιστώθηκε παράβαση συμβατικής ευθύνης. Όταν ο ιατρικός λειτουργός παραβιάζει τους όρους Σύμβασης που καταρτίσθηκε ανάμεσα στον ίδιο ή στον εργοδότη του και τον ασθενή, τότε αναφερόμαστε σε «συμβατική ιατρική ευθύνη».

 

Τέλος, όταν παραπονούμενο είναι το κράτος γιατί ως συνέπεια της βλάβης που προκλήθηκε προσβάλλεται η δημόσια τάξη, η ευθύνη είναι ποινική. Στην ποινική της μορφή, περιλαμβάνει τα αδικήματα της πρόκλησης θανάτου από αμέλεια, της ανθρωποκτονίας, ή σωματικής βλάβης εξ αμελείας, την άρνηση του γιατρού να επιτελέσει το έργο του, την ψευδή ιατρική πιστοποίηση, παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας, άμβλωση που εκτελείται από γιατρό χωρίς να τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και την άσκηση της ιατρικής από μη προσοντούχο πρόσωπο.

 

3.1. Αστική ευθύνη

 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αστική ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών υγείας μπορεί να αφορά την παραβίαση των δικαιωμάτων των ασθενών, την επίδειξη αμέλειας ή την άσκηση παράνομης επίθεσης κατά την άσκηση της θεραπευτικής αγωγής, ή τέλος, να έγκειται στην παραβίαση της Σύμβασης ανάμεσα στον παροχέα της φροντίδας υγείας και τον ασθενή.

 

 

 

3.1.(α) ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

 

«Η αλματώδης εξέλιξη στους τομείς της υγείας και του δικαίου και συνακόλουθα η θεσμοθέτηση και κατόπιν επεξεργασίας καταγραφή γενικώς παραδεδεγμένων αρχών ως προς τον τρόπο συμπεριφοράς του προσωπικού των Υπηρεσιών Υγείας απέναντι στους χρήστες των υπηρεσιών αυτών, αποτέλεσε εφαλτήριο για τη διαπραγμάτευση ορισμένων θεμάτων συναφών με ένα σχετικώς νέο κλάδο του δικαίου; το ιατρικό δίκαιο. Η αυξανόμενη διείσδυση της ιατρικής επιστήμης στην καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου που εξικνείται ως τη δραστική παρέμβαση στο θεμελιωδέστερο έννομο αγαθό, τη ζωή, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, με ή χωρίς τη συναίνεση του παθόντος-ασθενούς, επισημαίνει την κρισιμότητα μιας ουσιαστικότερης και αυτοτελούς ενασχόλησης με το δίκαιο που προστατεύει τον άνθρωπο και περιορίζει κατά το δυνατόν την ασύδοτη δράση των ιατρών και των απασχολουμένων σε συναφή επαγγέλματα.

Τα πρώτα ψήγματα που αποτέλεσαν ένδειξη της έναρξης διαμόρφωσης του ιατρικού δικαίου ως τομέα που άρχισε να ενδιαφέρει περισσότερο εξειδικευμένα τους εθνικούς νομοθέτες εμφανίζονται στις ΗΠΑ, όπου ο διεθνής χώρος έγινε μάρτυρας εν πρώτοις ενός Κώδικα του 1973, του «Patient Βίll of Rights». Ακολουθεί στα 1974 στη Γαλλία ο Χάρτης των Δικαιωμάτων και των Υποχρεώσεων των Ασθενών, καθώς και ο Ευρωπαϊκός Χάρτης για τα δικαιώματα αυτά που υπήρξε απότοκος της ιδιαίτερης ενασχόλησης της Νοσοκομειακής Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Πιο πρόσφατο γεγονός αποτελεί η έκδοση της Διακήρυξης για την προαγωγή των δικαιωμάτων των ασθενών στην Ευρώπη από το Περιφερειακό Γραφείο της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας στο Άμστερνταμ το 1994.

Το κράτος πρόνοιας με κύριους εκφραστές στο επίπεδο αυτό το συνταγματικό και τον κοινό νομοθέτη, χωρίς να παροράται και η συμβολή της νομολογίας στη διαμόρφωση της κείμενης πραγματικότητας στον τομέα του ιατρικού δικαίου, φαίνεται να μεριμνά για την εξασφάλιση δικαιωμάτων στον ασθενή λόγω της θέσης του και πάντα σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας προς τους «αδυνάμους».

 

Είναι αποδεκτό πως σήμερα πλέον ο ασθενής έχει αξίωση για μια αντιμετώπιση σύμφωνη με τις αρχές της νομιμότητας, της ισότητας, της πολιτικής ουδετερότητας, της αιτιολογίας των πράξεων που αφορούν τον ίδιο, του σεβασμού της προσωπικότητας, της τιμής, της σωματικής ακεραιότητας και βέβαια της προστασίας της ζωής του. Με άλλα λόγια, ο ασθενής έχει δικαίωμα σε μία συνολική στάση των γιατρών απέναντί του που θα εξασφαλίζει στον ίδιο την πεποίθηση ότι η υπόθεσή του θα εξεταστεί με την πρέπουσα σοβαρότητα και με την ευλαβική τήρηση του ιατρικού απορρήτου, όπως άλλωστε απορρέει και από τον όρκο του Ιπποκράτη (μολονότι ο ίδιος δεν έχει άμεσα δεσμευτικό νομικό περιεχόμενο).

Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι πολύτιμη και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό, σύνεση, ευσυνειδησία και συναίσθηση της ευθύνης από την πλευρά των φορέων της υγείας.

Η αναγνώριση δικαιωμάτων στους ασθενείς δεν θα είχε νόημα αν δεν θεμελιωνόταν παράλληλα και η ευθύνη των ιατρών και των προσώπων που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών στον τομέα της υγείας. Σήμερα, ύστερα από την απόρριψη θεωριών για την απόλυτη ή μερική έλλειψη ευθύνης είναι ευρέως αποδεκτή η άποψη πως οι ιατροί έχουν πλήρη ευθύνη για τις πράξεις τους, τόσο δηλ. γι' αυτές που ενήργησαν με δόλο ή βαριά αμέλεια, όσο και γι' αυτές που διέπραξαν με ελαφρά αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»[15]
 

Μέχρι τη θέσπιση του Νόμου Περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας  των Δικαιωμάτων των Ασθενών (Νόμος 1/2005), η αστική ευθύνη των γιατρών στην Κύπρο καθοριζόταν από τα αδικήματα που προβλέπονται στο Νόμο Περί Αστικών Αδικημάτων (Κεφ. 148). Στο Νόμο Περί Αστικών Αδικημάτων υπάρχουν δύο αστικά αδικήματα που θα μπορούσαν να καταλογιστούν και σε γιατρούς κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους: της επίθεσης (Άρθρο 26) και της αμέλειας (Άρθρο 51).

 

Η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η προηγούμενη κύρωση Διεθνών Συνθηκών επέφερε την ανάγκη ανόδου και του δικού μας βαθμού ευαισθητοποίησης στη διασφάλιση των κάθε φύσης δικαιωμάτων των πολιτών, από τα οποία φυσικά δεν θα μπορούσαν να εξαιρεθούν αυτά που άπτονται της υγείας. Το Άρθρο 9 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα για κοινωνική ασφάλεια ως συνέχεια του δικαιώματος στη ζωή. Εκφράσεις της προστασίας των δικαιωμάτων ζωής και ευημερίας είναι το δίχως άλλο και τα δικαιώματα των ασθενών που εκφέρονται με θετική διατύπωση προς κάθε κατεύθυνση; το Κράτος, τους γιατρούς, τα νοσηλευτήρια, την κοινωνία.

 

 Μετά τη θέσπιση του Νόμου 1/2005 κάθε δικαίωμα του ασθενούς αντιστοιχεί σε μια υποχρέωση του παροχέα Υπηρεσιών Υγείας, παράβαση της οποίας μπορεί να επιφέρει αγωγή για αποζημιώσεις. Ο Νόμος 1/2005 ενσωματώνει στο Κυπριακό Δίκαιο μεταξύ άλλων, τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Δικαιωμάτων των Ασθενών, ο οποίος συντάχθηκε το 2002 από μια ομάδα μη Κυβερνητικών Οργανισμών και διακηρύσσει 14 δικαιώματα που στο σύνολο τους έχουν ως στόχο να εγγυηθούν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και να εξασφαλίσουν την υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από τους διάφορους εθνικούς φορείς υγείας στην Ευρώπη[16]. Ο Νόμος ωστόσο επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του σε όλους όσους ασχολούνται με το αντικείμενο της παροχής θεραπευτικής φροντίδας, είτε στο δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό τομέα.

 

Ο όρος ‘παροχέας υπηρεσιών υγείας‘ σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν. 1/2005 περιλαμβάνει γιατρό, οδοντίατρο, φαρμακοποιό, νοσοκόμο, μαία, καθώς και διοικητικό προσωπικό που παρέχει ή εμπλέκεται στην παροχή υπηρεσιών υγείας. Ο όρος αυτός με την ευρύτητά του προστατεύει, καλύπτει και εξειδικεύει όλους όσους εμπλέκονται στο σύστημα παροχής νοσηλευτικής και ιατρικής φροντίδας οποιουδήποτε βαθμού. Επομένως, ο Νόμος 1/2005 εκτείνει την εφαρμογή του πέραν από τους εθνικούς φορείς υγείας και ως εκ τούτου η αναφορά στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Δικαιωμάτων των Ασθενών γίνεται μόνο σε σχέση με την απαρίθμηση και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που περιλαμβάνει και όχι για την ευρύτητα της προστασίας που αυτός προνοεί.    

 

Τα δικαιώματα των ασθενών όπως διακηρύσσονται από το Νόμο 1/2005, που αντίστοιχα δημιουργούν υποχρεώσεις στους παροχείς υπηρεσιών υγείας, θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:

 

(α) Δικαίωμα καλής ποιότητας και αδιάκοπης συνέχισης της φροντίδας υγείας (Άρθρο 4 Ν. 1/2005 – Άρθρα 7 και 8 του Χάρτη)

 

Το δικαίωμα τούτο αναφέρεται σε φροντίδα και θεραπεία μέσα σε εύλογο χρόνο ανάλογα με τις ανάγκες των ασθενών. Το άρθρο 4 του Νόμου ενσωματώνει τόσο τις αρχές που περιέχονται στο άρθρο 7, όσο και τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Χάρτη. Αντίστοιχα, το άρθρο 7 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Δικαιωμάτων των Ασθενών αναγνωρίζει το Δικαίωμα του ασθενή να λαμβάνει την απαιτούμενη θεραπευτική αγωγή σε σύντομο και προκαθορισμένο χρόνο και σε κάθε στάδιο της θεραπείας του. Καλύπτει επίσης και το δικαίωμα για επείγουσα φροντίδα υγείας. Το νέο στοιχείο που εισάγεται με το άρθρο 4 του Νόμου με το οποίο προστατεύεται το δικαίωμα τούτο, είναι η θέσπιση της υποχρέωσης παροχής καλής ποιότητας φροντίδας υγείας σε ψηλά τεχνικά επίπεδα. Το δικαίωμα αυτό, με ευκρινέστερη όμως διατύπωση, διασφαλίζεται από το άρθρο 8 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Δικαιωμάτων των Ασθενών, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας βάσει προδιαγραφών και τήρησης συγκεκριμένων προτύπων.

 

Με την αναφορά σε «ψηλά τεχνικά επίπεδα» γίνεται πιο αυστηρή η νομική αρχή του μέσου συνετού επαγγελματία. Εδώ, αν και χρησιμοποιείται η έκφραση «καλής ποιότητας φροντίδας υγείας» δεν απαιτείται απλά η επίδειξη μιας μέσου επιπέδου δεξιότητας και η παροχή των τεχνικών επιπέδων ενός μέσου επαγγελματία ή ενός μέσου νοσηλευτικού ιδρύματος. Το δικαίωμα αναφέρεται σε ψηλά τεχνικά επίπεδα και σε καλή, όχι μέση ποιότητα φροντίδας υγείας, πράγμα που δημιουργεί υποχρέωση διατήρησης επιπέδων νοσηλευτικής επιμέλειας μεγαλύτερων από αυτά που συνήθως απαιτούνται από άλλους επαγγελματίες. Τούτο έχει τη σημασία του γιατί ο νομοθέτης θέλησε να θεσπίσει άλλο επίπεδο επιμέλειας για ένα μέσο συνετό επιδιορθωτή αυτοκινήτων για παράδειγμα και άλλο επίπεδο επιμέλειας για ένα παροχέα υπηρεσιών υγείας, στα χέρια του οποίου βρίσκεται η ζωή, η υγεία και η ευημερία του ασθενούς. Η σημαντική αυτή παρέκκλιση, που δεν κρίθηκε ακόμα νομολογιακά, επιτείνει από τη μια την ευθύνη του προσωπικού των κέντρων παροχής υγείας οποιουδήποτε βαθμού, αλλά και από την άλλη βαρύνει τα κρατικά και ιδιωτικά νοσηλευτήρια με την  υποχρέωση παροχής ψηλής τεχνικής υποστήριξης. Η υποκειμενικότητα των διαβαθμίσεων προκαλεί τόσο εννοιολογικά όσο και πρακτικά ερωτήματα τα οποία δεν επιδέχονται γενικής απάντησης. Έτσι το κάθε τι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται υπό τις περιστάσεις.

 

(β) Δικαίωμα επιλογής ιατρού και ιδρύματος (Άρθρο 4(5) Ν. 1/2005 – Άρθρο 5 του Χάρτη)

 

Το δικαίωμα αυτό συναρτάται με το είδος και την έκταση του σχεδίου υγείας που ισχύει σε κάθε χώρα, το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων και τον τρόπο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού κεκτημένου. Ένας ασθενής δικαιούται όχι μόνο να επιλέξει το γιατρό που θα τον περιθάλψει και το ίδρυμα στο οποίο θα νοσηλευθεί, αλλά και να αλλάξει γνώμη. Το προσωπικό θα πρέπει να βοηθά τον ασθενή στην άσκηση της επιλογής του, χωρίς απαραίτητα να νομίζει ότι μια άλλη επιλογή θίγει τις ικανότητες του. Το άρθρο 5 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Δικαιωμάτων των Ασθενών προβλέπει ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής μεταξύ διάφορων θεραπευτικών διαδικασιών και παρόχων υπηρεσιών υγείας κατόπιν επαρκούς πληροφόρησης. Γι’ αυτό και ο Νόμος καθιερώνει το δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας που θα πρέπει να είναι συνεχώς διαθέσιμες και προσβάσιμες σε όλους.

 

Έχουν εγερθεί αγωγές από γιατρούς και κλινικές κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας επειδή κατά την άποψη τους το σύστημα υγείας αποκλείει τους ιδιώτες γιατρούς από την ευκαιρία παροχής υπηρεσιών σε Ευρωπαίους δικαιούχους δωρεάν ιατρικής περίθαλψης.

 

(γ) Δικαίωμα αξιοπρεπούς μεταχείρισης (Άρθρο 5 Ν. 1/2005)

 

Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται με την απαγόρευση κάθε μορφής δυσμενούς διάκρισης σε βάρος ασθενούς και η αξιοπρεπής μεταχείριση συναρτάται τόσο με την ανθρώπινη, όσο και με την τεχνική πλευρά του θέματος. Το δικαίωμα αυτό αν και δεν προβλέπεται ευθέως στο Χάρτη, προστατεύεται από το συνδυασμό των άλλων δικαιωμάτων που απαριθμούνται σ’ αυτόν. Ο σεβασμός θα πρέπει να είναι ανάλογος με τις πολιτισμικές αξίες του ασθενούς. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται η παροχή πρακτικών διευκολύνσεων για στήριξη από την οικογένεια, καθώς και για πνευματική, θρησκευτική και ψυχολογική στήριξη εκεί όπου χρειάζεται. Συναρτάται επίσης με το δικαίωμα για πληροφόρηση του ασθενούς γύρω από το πρόβλημα του, το δικαίωμα για φροντίδα μετά από συγκατάθεση του αρρώστου σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του και τη φροντίδα χωρίς συγκατάθεση του κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (άρθρο 4 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Δικαιωμάτων των Ασθενών).

 

(δ) Εμπιστευτικότητα πληροφοριών (Άρθρο 15 Ν.1/2005 - Άρθρο 6 του Χάρτη)

 

Όλες οι πληροφορίες για την ιατρική κατάσταση του ασθενούς, τη διάγνωση, την πρόγνωση και τη θεραπεία του καθώς και κάθε άλλη πληροφορία προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να τηρούνται εμπιστευτικές ακόμα και μετά το θάνατο του. Δεν αποκαλύπτονται οποιεσδήποτε πληροφορίες για την κατάσταση ενός ασθενούς χωρίς τη συγκατάθεση του ιδίου ή των συγγενών του. Πολύ προσεκτικοί θα πρέπει να είναι οι Λειτουργοί όταν παροτρύνονται από τα ΜΜΕ να αποκαλύψουν πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας επωνύμων. Πολλές φορές παρατηρούμε το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ένα δημόσιο πρόσωπο να ευρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων, προγνώσεων, προβλέψεων, εικασιών και αναλύσεων των ειδικών, κατά τρόπο που να παραβιάζεται η ιδιωτική του ζωή.

 

 Μπορούν να αποκαλύπτονται σε τρίτο πρόσωπο ιατρικές πληροφορίες μόνο αν ο ασθενής δώσει τη συγκατάθεση του ή η αποκάλυψη γίνεται για σκοπούς θεραπείας. Επίσης επιτρέπεται τέτοια αποκάλυψη μόνο για λόγους που ρητά αναφέρονται τόσο στο Νόμο όσο και στους κανονισμούς για τη δεοντολογία των γιατρών. Η ευθύνη μη πληροφόρησης του ασθενούς ή αποκάλυψης πληροφοριών σε τρίτους χωρίς την άδεια του ενδιαφερόμενου, μπορεί να συνιστά παραβίαση του δικαιώματος αξιοπρεπούς μεταχείρισης και να αποδίδεται τόσο στο νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό, όσο και στο ίδρυμα.

 

Ο Γιατρός οφείλει να σέβεται το απόρρητο των πληροφοριών γύρω από τον ασθενή του. Η φύση της υποχρέωσης αυτής, η όποια αναφέρεται σε κάθε εμπιστευτική πληροφορία και όχι μόνο σε πληροφορίες που αφορούν ιατρικά θέματα, έχει σχολιαστεί σε αγγλική υπόθεση, στην οποία επιβεβαιώθηκε ότι η προστασία της εμπιστευτικότητας και του απόρρητου των πληροφοριών που λήφθηκαν στα πλαίσια σχέσης εμπιστοσύνης  είναι προς το δημόσιο συμφέρον. 

 

Η Νομολογία καθόρισε ότι θα πρέπει να συντρέχουν τρία στοιχεία για να υπάρξει παράβαση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας:

 

(α)       Η πληροφορία που αποκαλύφθηκε θα πρέπει να αφορά κάτι εμπιστευτικό (quality of confidence)

(β)       Να αποκαλύφθηκε υπό περιστάσεις που να δημιουργούν υποχρέωση εμπιστευτικότητας.

(γ)        Να υπήρξε μη εξουσιοδοτημένη χρήση της πληροφορίας αυτής[17].

 

(ε) Δικαίωμα για προστασία της ιδιωτικής ζωής (Άρθρο 16 Ν. 1/2005)

 

Το δικαίωμα αυτό συνδέεται με την προστασία από την παρείσφρηση στην  οικογενειακή και προσωπική ζωή του ασθενούς. Το πρόσωπο που με οποιοδήποτε τρόπο περιθάλπεται, δικαιούται να αξιώνει την τήρηση του απόρρητου της ιδιωτικής του ζωής, ώστε να μη σχολιάζονται στους διαδρόμους οι ιδιαιτερότητες του. Η εισδοχή στο νοσοκομείο, για παράδειγμα, προσώπου που πάσχει από σύνδρομο αδράνειας του ανοσοποιητικού του συστήματος, δεν θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στο κυλικείο του ιδρύματος.

 

(στ) Δικαίωμα επαρκούς πληροφόρησης (Άρθρα 10 και 17 Ν. 1/2005 και 3 του Ευρωπαϊκού Χάρτη)

 

 Ο ασθενής έχει δικαίωμα ολοκληρωμένης ιατρικής πληροφόρησης. Αυτό εμπεριέχει πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και περιλαμβάνονται σε ιατρικά αρχεία τα οποία οφείλουν να τηρούν οι παροχείς υπηρεσιών υγείας. Συναφώς, το άρθρο 3 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Δικαιωμάτων των Ασθενών διασφαλίζει το δικαίωμα πρόσβασης σε κάθε είδος πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση της υγείας του αλλά και κάθε διαθέσιμη επιστημονική έρευνα και τεχνολογική καινοτομία. Ο ασθενής ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του δικαιούται να λάβει γνώση του περιεχομένου του φακέλου του, εκτός αν η μετάδοση των πληροφοριών αυτών θεωρηθεί επιζήμια για τον ίδιο. Τα αρχεία θα πρέπει να διατηρούνται για επαρκές χρονικό διάστημα και να φυλάσσονται σε ασφαλές μέρος στο οποίο η πρόσβαση γίνεται με ελεγμένο τρόπο και οι φάκελοι των ασθενών θα πρέπει να διακινούνται με ευθύνη των εργαζομένων και να αποφεύγεται η παράδοση τους ακόμα και στους ιδίους τους ασθενείς. Σε αρκετές περιπτώσεις οι ασθενείς ή αντιπρόσωποι τους που διακινούσαν φακέλους που τους είχαν εμπιστευθεί οι εργαζόμενοι στα νοσηλευτήρια κατά παράβαση των εσωτερικών τους κανονισμών, οικειοποιήθηκαν το περιεχόμενο τους και όταν εγέρθηκαν απαιτήσεις για κατ’  ισχυρισμό ιατρική αμέλεια, οι γιατροί παρέμειναν απροστάτευτοι αφού τα στοιχεία είχαν χαθεί.

 

(ζ) Δικαίωμα παροχής συγκατάθεσης (Άρθρα 11 και 13 Ν. 1/2005 και 4 του Ευρωπαϊκού Χάρτη)

 

Προϋπόθεση για την παροχή φροντίδας υγείας, είναι η γραπτή ή προφορική συγκατάθεση του ασθενούς η οποία δίδεται ύστερα από ολοκληρωμένη ιατρική πληροφόρηση που προσφέρεται από τον παροχέα υπηρεσιών υγείας στον ασθενή σε κατάλληλο χρόνο και κατά τρόπο καταληπτό. Θα πρέπει να εξηγούνται στον ασθενή οι επιπτώσεις και οι κίνδυνοι από την προτεινόμενη θεραπευτική αγωγή, ώστε να τη συγκρίνει με άλλες επιλογές που ενδεχομένως να του έχουν προταθεί. Το άρθρο 4 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Δικαιωμάτων των Ασθενών καθιστά την άσκηση του δικαιώματος της συγκατάθεσης προϋπόθεση για κάθε θεραπευτική πράξη και διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής σε κλινικές δοκιμές.

 

Τα επείγοντα περιστατικά τυγχάνουν ανάλογης μεταχείρισης όπως προβλέπεται στο Νόμο. Η άσκηση θεραπευτικής αγωγής χωρίς την προηγούμενη λήψη της συγκατάθεσης του ασθενούς, δυνατό να συνιστά επίθεση με βάση το Νόμο. Τούτο γιατί η επέμβαση στο σώμα του ανθρώπου δεν μπορεί να γίνεται πριν η συγκατάθεση του υποκείμενου στη μεταχείριση εξασφαλισθεί. Ως υπεράσπιση στο αδίκημα της επίθεσης Άρθρο 27 (η) του Κεφαλαίου 148  προβάλλεται:

 

«το ότι ο εναγόμενος ενήργησε καλή τη πίστη για όφελος, ως είχε λόγους να πιστεύει, του ενάγοντα, δεν μπορούσε όμως πριν από την πράξη να εξασφαλίσει τη συναίνεση του ενάγοντα καθότι οι περιστάσεις ήταν τέτοιες ώστε καθίστατο αδύνατο για τον ενάγοντα να δηλώσει τη συναίνεσή του ή για άλλο που έχει τη νόμιμη επιμέλεια του ενάγοντα να συναινέσει εκ μέρους του, και ο εναγόμενος είχε λόγους να πιστεύει ότι θα ήταν προς όφελος του ενάγοντα να μην καθυστερήσει στην τέλεση της πράξης αυτής». Ανάλογη είναι και η ρύθμιση του Άρθρου 13 του Ν. 1/2005.

 

Ο Νόμος 1/2005 στο άρθρο 13 καλύπτει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια θεραπευτική αγωγή μπορεί να προχωρήσει χωρίς την προηγούμενη λήψη της συγκατάθεσης του ασθενούς (non-voluntary consent). Ούτε ο Νόμος αλλά ούτε και ο Χάρτης καλύπτουν το ενδεχόμενο παροχής θεραπευτικής αγωγής παρά την προηγουμένως εκφρασθείσα αντίρρηση του ασθενούς (involuntary consent). Στην πράξη, οι περιπτώσεις νομιμοποίησης μιας τέτοιας ιατρικής ενέργειας σπανίζουν. Ενδεικτικά, καταγράφεται η υπόθεση εγκύου, της οποίας η μητέρα ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά και μετά που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, υπέγραψε έντυπο με το οποίο αρνήθηκε να υποβληθεί σε μετάγγιση αίματος. Αφού υποβλήθηκε σε καισαρική τομή και η κατάσταση της επιδεινώθηκε, ο πατέρας της εξασφάλισε διάταγμα δικαστηρίου το οποίο νομιμοποίησε τη μετάγγιση αίματος με την αιτιολογία ότι αυτό ήταν προς το συμφέρον της ασθενούς.[18] Το Βρετανικό εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, επιβεβαίωσε το απόλυτο δικαίωμα πνευματικά ικανού προσώπου να εξαρτά την παρεχόμενη θεραπεία από την προηγούμενη συγκατάθεση του, ακόμη και όταν η άρνηση της συγκατάθεσης φαίνεται παράλογη. Για να αιτιολογήσει όμως την απόκλιση από την αρχή αυτή προέβη σε ένα ενδιαφέροντα νομικό ακροβατισμό. Μετέτρεψε, την αντίρρηση (involuntary consent) σε αδυναμία λήψης συγκατάθεσης (non-voluntary consent) θεωρώντας ότι η πνευματική κατάσταση της ασθενούς κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα ήταν αδύνατο να επιλέξει συνειδητά αν θα συγκατατεθεί ή όχι στη μετάγγιση. Επιπλέον, το Εφετείο αξιολόγησε για σκοπούς εκτίμησης της εγκυρότητας της κρίσης της ασθενούς και άλλους παράγοντες, όπως το κατά πόσο η απόφαση της λήφθηκε ανεπηρέαστα ή κατόπιν άσκησης ψυχολογικής πίεσης, αφού υπέγραψε τη δήλωση επειδή μίλησε με τη μητέρα της και παρά το ότι η ίδια δεν ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά.

 

Σε μεταγενέστερη υπόθεση, στην οποία ο ασθενής διατηρούσε σε όλη τη διάρκεια τη νοητική δυνατότητα έκφρασης ή αντίρρησης στην προτεινόμενη θεραπεία, το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα εξαναγκασμού του να την υποστεί. Στην υπόθεση εκείνη, 68χρονος αρνήθηκε να υποβληθεί σε επέμβαση ακρωτηριασμού του ποδιού του κάτω από το γόνατο στο οποίο είχε παρουσιασθεί γάγγραινα, παρά το ότι η άρνηση του σήμαινε περιορισμό της πιθανότητας επιβίωσης του σε ποσοστό 15%. Δήλωσε στους γιατρούς ότι προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζήσει με ένα πόδι και το Νοσοκομείο ζήτησε την έκδοση δικαστικού διατάγματος που να επιτρέπει την επέμβαση. Το Δικαστήριο απορρίπτοντας το αίτημα, ανέφερε ότι το βάρος απόδειξης της ανικανότητας λήψης συνειδητής απόφασης το φέρει εκείνος που την ισχυρίζεται. Δεδομένου λοιπόν ότι ο ίδιος ήταν πλήρως ικανός να αντιληφθεί τη φύση και τις συνέπειες της απόφασης του, το αίτημα του Νοσοκομείου απορρίφθηκε. [19]   

 

(η) Δικαίωμα εξασφάλισης δεύτερης ιατρικής γνώμης (Άρθρο 4(5)(α) του Ν. 1/2005)

 

Ο ασθενής έχει αναφαίρετο δικαίωμα να επιλέξει και να αλλάξει το ιατρικό ίδρυμα ή τον παροχέα υπηρεσιών υγείας που του παρέχει φροντίδα υγείας και για την άσκηση αυτού του δικαιώματος του θα πρέπει να του παρέχεται κάθε εύλογη διευκόλυνση. Ο γιατρός ενδεχομένως να έχει αστική ευθύνη αν αποδειχτεί ότι απέτρεψε ή εμπόδισε τον ασθενή να ασκήσει ελεύθερα το δικαίωμα επιλογής ή να εξασφαλίσει δεύτερη ιατρική γνώμη. Πολλές φορές δίδεται η εντύπωση στους συγγενείς ασθενών που νοσηλεύονται στα Κρατικά νοσοκομεία ότι απαγορεύεται να τους επισκεφτεί ιδιώτης γιατρός για παροχή γνωμάτευσης ως προς την πορεία της θεραπευτικής αγωγής. Σε περίπτωση που ο ασθενής δεν μπορεί να μετακινηθεί, το νοσηλευτήριο θα πρέπει να παρέχει στο γιατρό που τον επισκέπτεται με πρόσκληση των αντιπροσώπων του, κάθε δυνατή διευκόλυνση για πρόσβαση σε όλες τις υπάρχουσες ιατρικές πληροφορίες και να τίθενται στη διάθεση του οι εγκαταστάσεις του ιδρύματος για διενέργεια όλων των απαραίτητων εξετάσεων.

 

(θ) Δικαίωμα πληροφόρησης σχετικά με το ακριβές κόστος της θεραπείας (Άρθρο 10(10) του Ν. 1/2005)

 

Η δαπάνη παροχής υπηρεσιών υγείας είναι σε μεγάλο ποσοστό απρόβλεπτη. Στο βαθμό όμως που είναι δυνατός ο προϋπολογισμός της θα πρέπει να παρέχεται προηγούμενη ενημέρωση στον ασθενή για να μπορεί να σταθμίζει τις διάφορες επιλογές του. Ο διαχωρισμός των ιατρικών δαπανών από τα έξοδα παραμονής στο νοσηλευτήριο δεν αίρει το δικαίωμα αυτό. Στην έννοια των ιατρικών δαπανών περιλαμβάνονται όλες οι κύριες και παρεμπίπτουσες δαπάνες από την ώρα έναρξης της θεραπείας μέχρι την προγραμματιζόμενη λήξη της και δεν εξαιρούνται τα έξοδα διαμονής, διατροφής, φαρμακευτικής αγωγής, παροχής πρόσθετων υπηρεσιών και φροντίδας και ό,τι είναι δυνατό να προϋπολογισθεί με εύλογη πρόβλεψη. Με την έννοια αυτή θα δούμε σύντομα ανταπαίτηση σε αγωγές κλινικών για ιατρικά έξοδα με αξιώσεις καταβολής αποζημιώσεως λόγω μη εκ των προτέρων πληροφόρησης για το ακριβές κόστος της θεραπείας, γεγονός το οποίο έφερε τον υπόχρεο προ απροόπτου. Τα Κρατικά νοσηλευτήρια ζητούν την υπογραφή μιας δήλωσης ότι θα καταβληθούν από τον ασθενή ή τον εργοδότη του ή άλλο αντιπρόσωπο του, όλα τα ιατρικά έξοδα που θα προκύψουν, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε ένδειξη του προϋπολογιζόμενου κόστους. Οι δηλώσεις αυτές θα κριθούν με βάση την πρόνοια του Νόμου παράνομες και θα πρέπει να αναθεωρηθούν ώστε να παρέχουν την ακριβέστερη δυνατή ένδειξη της προϋπολογιζόμενης δαπάνης.

 

 

 

 

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Τα δικαιώματα των ασθενών, τόσο έναντι των γιατρών, όσο και έναντι των νοσηλευτηρίων, προστατεύονται από ένα μηχανισμό ο οποίος θα μεριμνά για τον έλεγχο του έμπρακτου σεβασμού τους από όλους τους παροχείς υπηρεσιών υγείας. Είναι αξίωμα πως όταν θέλεις να ατονήσει η εξέταση ενός θέματος, το παραπέμπεις σε επιτροπή. Ο μηχανισμός που προβλέπεται στο Νόμο φαίνεται να μην είναι αποδοτικός και στην πράξη θα πρέπει να αποκτήσει ένα πιο συγκεντρωτικό χαρακτήρα. Ο ορισμός ενός λειτουργού στο ίδιο το νοσηλευτήριο που να δέχεται παράπονα δεν διασφαλίζει αντικειμενικότητα. Αντίθετα ένας κεντρικός φορέας θα ήταν πιο προσβάσιμος στους παραπονούμενους ασθενείς και η ύπαρξή του θα ήταν οπωσδήποτε γνωστή.

Δεν γνωρίζουμε αν οι προβλεπόμενοι στο Νόμο μηχανισμοί δέχτηκαν παράπονα και πώς τα αντιμετώπισαν. Όμως, όπως κι’  αν έχει εξελιχθεί η κατάσταση, ο μηχανισμός που καθιδρύθηκε από το Νόμο θα πρέπει από τη μια να διαφυλάσσει τα δικαιώματα των ασθενών, ενώ από την άλλη να προστατεύει τους παροχείς υπηρεσιών υγείας από την υπερβολή των ασθενών και των οικείων τους οι οποίοι μέσα στον πόνο και την απόγνωση τους πολλές φορές, επιρρίπτουν ευθύνες χωρίς να υπάρχουν.

 

3.2. Ευθύνη από συμβατική υποχρέωση:

 

Στα πλαίσια της συμβατικής ευθύνης αναγνωρίζεται υποχρέωση του γιατρού για παροχή υπηρεσιών στον αντισυμβαλλόμενο -ασθενή του, καθώς και υποχρέωση μη διακοπής της θεραπείας χωρίς νόμιμη αιτία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διασαφηνιστεί πως η συμβατική ευθύνη του γιατρού δεν είναι ευθύνη εκ του αποτελέσματος, καθώς περιεχόμενο των υποχρεώσεών του είναι η προσπάθεια επίτευξης ενός θετικού αποτελέσματος και όχι τελικά η επίτευξή του.

 

Ανάμεσα στον γιατρό και τον ασθενή -πελάτη του συνάπτεται μια προφορική ή γραπτή, ανάλογα με την περίπτωση, σύμβαση, της οποίας η παράβαση γεννά εκατέρωθεν υποχρέωση προς αποζημίωση. Με βάση τη σύμβαση αυτή ο γιατρός δε μπορεί, χωρίς νόμιμη αιτία, να διακόψει θεραπεία, ενώ ο αποδέκτης δεν δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής. Θα πρέπει εδώ να τονιστεί πως αντικείμενο της σύμβασης είναι η εφαρμογή θεραπευτικής αγωγής και όχι η ίαση του ασθενούς. Δηλαδή, ο γιατρός δεν υπόσχεται να θεραπεύσει, αλλά απλώς να χρησιμοποιήσει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να το επιτύχει. Η συμβατική σχέση μπορεί να δημιουργηθεί είτε ανάμεσα στο γιατρό και τον ασθενή, είτε ανάμεσα στο νοσηλευτικό ίδρυμα και τον ασθενή. Συνήθως ο ασθενής προβαίνει σε ξεχωριστές διευθετήσεις με το γιατρό για τη θεραπευτική και μεταθεραπευτική αγωγή και με την κλινική για την παροχή της χρήσης των διευκολύνσεων της, όπως το χειρουργείο και το προσωπικό.

 

Η συμβατική σχέση στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να λαμβάνει οποιαδήποτε μορφή, ανάλογα με την περίπτωση, αφού υπάρχει η Συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του Συμβάλλεσθαι.

 

Στο δημόσιο τομέα τα πράγματα είναι μάλλον πιο ξεκάθαρα, αφού η εισαγωγή στο νοσοκομείο ή η επίσκεψη στα εξωτερικά ιατρεία δημιουργεί απ’  ευθείας μια σύνδεση, μια συμβατική σχέση ανάμεσα στο δημόσιο και τους εργοδοτούμενους του αφ’ ενός και τον ασθενή αφ’  ετέρου.

 

Συνήθως δεν καταρτίζεται γραπτή σύμβαση ανάμεσα στο γιατρό και τον ασθενή. Οι συμβατικοί όροι για το ύψος της αμοιβής ή για το είδος της ιατρικής και νοσηλευτικής φροντίδας εξαρτώνται από τις περιστάσεις. Η γραπτή συγκατάθεση του ασθενούς, αν υπάρχει, συνιστά μέρος της σύμβασης. Στη σύμβαση μπορεί επίσης να καθορίζεται ποιος είναι ο θεράπων ιατρός και σε τέτοια περίπτωση συνιστά παράβαση σύμβασης αν άλλος γιατρός παρέμβει σε ουσιαστικό βαθμό στη θεραπεία του ασθενούς. Όμως για να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα από μια παράβαση σύμβασης, θα πρέπει να υπάρχει ζημιωμένο μέρος. Έτσι το θέμα ενδιαφέρει μόνο αν υπάρξει ζημία από την αντικατάσταση του γιατρού. Είτε όμως έχει καταρτισθεί γραπτή σύμβαση είτε όχι, υπάρχουν κάποιοι ρητοί και εξυπακουόμενοι όροι που διέπουν τη σχέση ανάμεσα στο γιατρό και τον ασθενή. Απαράβατος συμβατικός ρητός όρος που δεν χρειάζεται καν να αναφερθεί σε μια σύμβαση, είναι ότι θα τηρείται η ιατρική δεοντολογία και θα διαφυλάσσονται τα δικαιώματα του ασθενούς. Η σύμβαση δεν μπορεί να αντίκειται στα χρηστά ήθη, τη βιοηθική, το νόμο ή τη δημόσια τάξη. Δεν μπορεί δηλαδή να αφορά πώληση οργάνων, παράνομη έκτρωση, κλωνοποίηση ή ευθανασία. Σε περίπτωση όμως που ο γιατρός διενεργήσει μια τέτοια επέμβαση, εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος και μπορεί να κληθεί να καταβάλει αποζημιώσεις, έστω και αν είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του ασθενούς.

 

Εξυπακουόμενοι όροι είναι:

 

(α)       ότι ο γιατρός θα επιδείξει εύλογη επιμέλεια και δεξιότητα.

 

Το Αγγλικό εφετείο νομολόγησε σε δύο περιπτώσεις το 1986 όταν κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσο υπήρξε παράβαση του ουσιώδους αυτού σιωπηρού όρου επειδή απέτυχαν οι εγχειρήσεις στείρωσης των Εναγόντων.[20] Με τις αποφάσεις του αυτές το Αγγλικό εφετείο ανέλυσε την υποχρέωση του γιατρού προς τους ασθενείς του με τους οποίους ήρθε σε σύμβαση για να εκτελέσει την εγχείρηση. Στην Eyre πιο πάνω ο Slade L.J ανέφερε: «Εφαρμόζοντας την αρχή που καθιερώθηκε στην Moorcock, νομίζω πως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενάγουσα δικαιούται εύλογα να συμπεράνει ότι ο γιατρός εγγυάτο πως η εγχείρηση θα εκτελείτο με εύλογη επιμέλεια και φροντίδα. Έτσι, πιστεύω, το αναπόφευκτο συμπέρασμα  που θα μπορούσε να εξαχθεί από μια αντικειμενική θεώρηση είναι ότι η σύμβαση περιλαμβάνει έναν εξυπακουόμενο όρο προς την κατεύθυνση αυτή

Με τον ίδιο τρόπο στην μεταγενέστερη υπόθεση Thake πιο πάνω, ο Nourse L.J παρατήρησε: «Η συγκεκριμένη έγνοια του δικαστηρίου αυτού στην Eyre ήταν να αποφασίσει κατά πόσο υπήρξε μια εξυπακουόμενη εγγύηση ότι η εγχείρηση θα επιτύγχανε. Αλλά  η προσέγγιση του Slade L.J εξετάζοντας το θέμα αυτό αντικειμενικά ισοδυναμεί με περίπτωση κατά την οποία δηλώθηκε ότι υπάρχει ρητή εγγύηση. Επίσης αξιοσημείωτες είναι οι παρατηρήσεις του Lord Denning στην Greaves[21] : Εφαρμόζοντας την αρχή αυτή στην  εργοδότηση ενός επαγγελματία,  ο νόμος συνήθως δεν εξυπακούει όρο ότι αυτός θα επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά ένα όρο ότι θα χρησιμοποιήσει εύλογη επιμέλεια και δεξιότητα. Ο Χειρουργός δεν εγγυάται ότι θα θεραπεύσει τον ασθενή, όπως ούτε ο δικηγόρος εγγυάται ότι θα κερδίσει τη δίκη.»

 

Ο Lord Neil L.J στην ίδια υπόθεση είπε: «Είναι κοινό έδαφος ότι ο εναγόμενος συνεβλήθη για να εκτελέσει μια επέμβαση στείρωσης στον κύριο  Thake και ότι κατά την εκτέλεση της σύμβασης αυτής υπέκειτο στο καθήκον που επιβαλλόταν από το Νόμο, να εκτελέσει την επέμβαση με εύλογη επιμέλεια και φροντίδα

 

(β)       Ότι ο γιατρός δεν παρέχει εγγύηση επιτυχίας.

 

Αναμφίβολα ο ασθενής δικαιούται να απαιτήσει όπως η σύμβαση εκτελεστεί με πλήρη επιμέλεια. Τούτο όμως δεν του παρέχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον γιατρό να εγγυηθεί την επιτυχία της θεραπείας, εκτός αν ο γιατρός ρητά συμφωνήσει στην παροχή τέτοιας εγγύησης. Η νομολογία δεν εναποθέτει συνήθως σε ένα επαγγελματία το βάρος ότι θα επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην πράξη αυτό δεν συνάδει με την υποχρέωση για εύλογη επιμέλεια και φροντίδα, εκτός αν το αποτέλεσμα εξαρτηθεί από παράγοντες που δεν βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του γιατρού.

 

Ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις τα δικαστήρια είναι έτοιμα να δεχτούν πως ο γιατρός είναι δυνατό να εγγυηθεί ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα και αν αποτύχει, τότε ο ασθενής μπορεί να κερδίσει σε μια αγωγή για αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης. Σε δύο περιπτώσεις που αφορούν αποτυχημένες πλαστικές εγχειρήσεις, κρίθηκε ότι οι γιατροί ήταν υπεύθυνοι για αποζημιώσεις αφού εγγυήθηκαν το αποτέλεσμα[22]. Στην υπόθεση Sullivan η ενάγουσα, επαγγελματίας στο χώρο της ψυχαγωγίας, ενήγαγε το γιατρό για την κατάσταση της μύτης της μετά από εγχείρηση. Πριν από την επέμβαση η μύτη της ήταν ευθεία, αλλά μακριά και γαμψή. Ο εναγόμενος ανέλαβε με δύο εγχειρήσεις να μειώσει το μέγεθος και να την κοντύνει, ώστε να την κάνει πιο ανάλογη με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του προσώπου της ενάγουσας. Τελικά η κυρία Sullivan υποβλήθηκε σε τρεις εγχειρήσεις και η εμφάνισή της χειροτέρεψε. Η μύτη της τώρα έχει μια γραμμωτή ουλή στη μέση και παρατηρήθηκε φούσκωμα. Τα ρουθούνια της δεν ήταν πλέον συμμετρικά και η κατάστασή της δεν μπορούσε να βελτιωθεί με άλλη επέμβαση. Το δικαστήριο έδωσε στην ενάγουσα αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Ωστόσο, τόνισε ότι ένας ενάγοντας θα δυσκολευτεί να αποδείξει ότι ο γιατρός εγγυήθηκε το αποτέλεσμα της θεραπείας που ακολούθησε. Στην Καναδική υπόθεση La Fleur, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο πλαστικός χειρουργός υπείχε ευθύνη έναντι του ασθενούς του καθότι είχε εγγυηθεί το αποτέλεσμα της επέμβασης στην οποία θα υποβαλλόταν λέγοντας του «Δεν θα υπάρξει πρόβλημα. Θα είσαι πολύ ευχαριστημένος».   

 

Η πρόβλεψη του αποτελέσματος θα πρέπει να γίνεται ρητά από το γιατρό προκειμένου να τον δεσμεύει έναντι του ασθενούς του συμβατικά. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί τα δικαστήρια είναι απρόθυμα να αποδεχτούν τη θεωρία της συμβατικής ευθύνης στην ιατρική πράξη. Λαμβάνοντας υπόψη τις αβεβαιότητες έκβασης μιας ιατρικής πράξης και τις διακυμάνσεις στη φυσική και ψυχική κατάσταση του κάθε ασθενούς, οι γιατροί συνηθίζουν καλόπιστα να υπόσχονται θετική έκβαση. Η απλή όμως αυτή υπόσχεση, που καλό είναι να αποφεύγεται, δεν δημιουργεί συμβατική ευθύνη. Δηλώσεις γιατρών με χρώμα αισιοδοξίας δεν συνιστούν δέσμευση και σε κάποιες περιπτώσεις είναι μάλιστα επιβεβλημένες και ενδεχομένως να έχουν θεραπευτική αξία. Όμως οι ασθενείς πολλές φορές μετατρέπουν στο μυαλό τους τέτοιες δηλώσεις ως σχετικές υποσχέσεις, κυρίως όταν έχουν εκ των υστέρων απογοητευθεί, οπότε τις υπερτονίζουν για να κερδίσουν τη συμπάθεια του Δικαστηρίου. Αν γίνουν αποδεκτές αγωγές για παράβαση υπόσχεσης, τότε οι γιατροί θα οδηγηθούν είτε σε αμυντική ιατρική, είτε σε περιορισμό της πληροφόρησης που παρέχουν προς τους ασθενείς για την κατάσταση της υγείας τους και τις προοπτικές της. Από την άλλη, αν οι αγωγές αυτές απορρίπτονταν χωρίς συζήτηση, περιορίζοντας την ιατρική ευθύνη μόνο στην κακή άσκηση πρακτικής, το κοινό θα μπορούσε να εκτεθεί σε απερίσκεπτες δηλώσεις και θα κατέρρεε η εμπιστοσύνη προς το ιατρικό λειτούργημα. Η νομολογία διεθνώς έλαβε τη μέση οδό· επιτρέποντας αγωγές βασισμένες σε κατ’ ισχυρισμό σύμβαση συγκεκριμένου αποτελέσματος, θέτει τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη της ύπαρξης τέτοιας υπόσχεσης.

  

Δεν υπάρχει στην Κύπρο απόφαση Δικαστηρίου που να ασχολείται αποκλειστικά με το θέμα της συμβατικής ευθύνης των γιατρών, αλλά σημειώνω την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικηφόρος Σπύρου[23]. Στην υπόθεση αυτή, η γιατρός αιματολόγος θεωρήθηκε συμβατικά υπεύθυνη έναντι του ζεύγους όταν από αμέλεια της βεβαίωσε πως δεν είχαν στο αίμα τους το στίγμα της Μεσογειακής αναιμίας, ενώ στη συνέχεια γέννησαν παιδί που έπασχε από τη νόσο αυτή. Σε εκείνη την περίπτωση παρ΄ όλο ότι ο αρμόδιος κυβερνητικός γιατρός επέδειξε αμέλεια βεβαιώνοντας το πόρισμα της αιματολόγου χωρίς να προβεί σε δική του εξέταση, το Δικαστήριο πρωτόδικα αποφάσισε ότι η αιματολόγος θα έπρεπε να καλύψει πλήρως τη Δημοκρατία για όλες τις αποζημιώσεις που θα κατέβαλλε στον Ενάγοντα. Δικαιολογώντας την απόφαση του ο Πρωτόδικος Δικαστής ανέφερε ότι η Δημοκρατία είχε ενώπιον της πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από προσοντούχο «ιατρό, ειδικό μικροβιολόγο, αιματολόγο-ανοσοβιολόγο, βιοχημικό». Το Εφετείο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι «Ο κυβερνητικός γιατρός δεν είχε οποιασδήποτε μορφής σχέση με την αιματολόγο και βεβαίως η αιματολόγος δεν υπείχε έναντι του οποιοδήποτε καθήκον. Είναι λογικό πως η αιματολόγος εξέδωσε τα πιστοποιητικά ως δηλωτικά της αλήθειας προς κάθε κατεύθυνση. Όμως ο κυβερνητικός γιατρός δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος που ευλόγως θα έπαιρνε τα αποτελέσματα τοις μετρητοίς. Ήταν ειδικός επιστήμονας με ειδική σχέση έναντι των γονέων. Είχαν απευθυνθεί σ’ αυτόν με εμφανή την ανάγκη επιβεβαίωσης και έδωσε την επιβεβαίωση εκείνη ώστε από το συνδυασμό της με τα πιστοποιητικά της αιματολόγου να σχηματιστεί στη σκέψη των γονέων η πεποίθηση για την ορθότητα τους». Γι’ αυτό διατάχθηκε η κατανομή της ευθύνης σε ποσοστό 50% για τη Δημοκρατία και 50% για την αιματολόγο.

 

Το πιο πάνω παράδειγμα δείχνει ακριβώς τα εκ πρώτης όψεως ασαφή όρια ανάμεσα στη συμβατική ευθύνη και την ιατρική αμέλεια. Ακόμα δηλαδή κι αν η γιατρός άσκησε πλήρη επιμέλεια κατά τη διενέργεια των αναλύσεων αλλά έσφαλλε κατά τη μεταφορά των αποτελεσμάτων που εξέδωσε, εξακολουθεί να έχει ευθύνη.

 

Η διαφορά της παράβασης υποχρέωσης που πηγάζει από συμβατική ευθύνη από τη διάπραξη ενός αστικού αδικήματος όπως είναι η αμέλεια, βρίσκεται στον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων. Στην περίπτωση παράβασης συμβατικής υποχρέωσης ο υπαίτιος με βάση το άρθρο 73 του Νόμου Περί Συμβάσεων κεφ.149, θα αποζημιώσει τη ζημιά που κατά την ώρα κατάρτισης της σύμβασης λογικά θα αναμενόταν να προκληθεί με τη φυσική πορεία των πραγμάτων αν συντελείτο η παράβαση. Για να επιτύχει όμως ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι οι όροι της συμφωνίας ήταν σαφείς και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Για παράδειγμα στην Thake το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο ενάγων ο οποίος είχε υποβληθεί σε στείρωση, δεν είχε δικαίωμα σε αποζημιώσεις όταν η σύζυγος του έμεινε έγκυος 3 χρόνια μετά την επέμβαση γιατί, αν και η στειρότητα ήταν το αναμενόμενο αποτέλεσμα της εν λόγω επέμβασης, δεν μπορούσε να λεχθεί ότι ο γιατρός είχε αναλάβει μια δεσμευτική συμβατική υποχρέωση ότι θα ήταν καθ΄ όλα επιτυχής. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι δεν υπήρχε παράβαση συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους του γιατρού.

 

 

 

4. Ποινική ευθύνη:

 

Οι πράξεις ή παραλείψεις του γιατρού, εκτός από αστική ευθύνη, που επάγεται υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, είναι δυνατό να επιφέρουν και ποινική ευθύνη. Αν δηλαδή από πράξη ή παράλειψη του γιατρού επέλθει λ.χ. εγκεφαλική παράλυση του ασθενούς, παράλληλα με το δικαίωμα του ιδίου για καταβολή αποζημίωσης, προκύπτει και η ανάγκη αντιμετώπισης του κοινωνικού κινδύνου που ενέχει η ενέργεια, με την επιβολή από την Πολιτεία ποινής για αναμόρφωση του ιδίου και παραδειγματισμό των υπολοίπων. Η αντιμετώπιση λοιπόν κατηγορίας για διάπραξη ποινικού αδικήματος συνιστά την ποινική έκφραση της απόδοσης της ιατρικής ευθύνης. Για τους σκοπούς της παρούσας θα περιοριστούμε μόνο σε αδικήματα που περιέχουν το στοιχείο της αμελούς ιατρικής πράξης και η αναφορά δεν θα επεκταθεί σε αδικήματα που άμεσα ή έμμεσα πηγάζουν από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, όπως λ.χ. η έκδοση αναληθούς ιατρικού πιστοποιητικού, η άμβλωση χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις κλπ.

 

Ο ποινικός κώδικας παρέχει τη δυνατότητα καταδίκης για αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά όταν αυτή επιφέρει το θάνατο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 210. Σε τέτοια περίπτωση η προβλεπόμενη μέγιστη ποινή είναι 4 χρόνια φυλάκισης. Η καταδίκη για τέτοιο αδίκημα προϋποθέτει τη διενέργεια πράξεων που βρίσκονται έξω από τα πλαίσια της συνηθισμένης πρακτικής. Δεν καταδικάζεται εδώ το ιατρικό λάθος, αλλά η προκλητική, αλόγιστη ή επικίνδυνη συμπεριφορά. Αν, για παράδειγμα, ο γιατρός χειρουργούσε μεθυσμένος ή ενεργώντας επιπόλαια ακολούθησε μη ενδεδειγμένη ιατρική πρακτική, ή συμπεριφέρθηκε επικίνδυνα, έτσι ώστε να επέλθει θάνατος, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου αυτού. Σημειώνεται ότι η αναφορά σε γιατρό, περιλαμβάνει κάθε φυσικό πρόσωπο που εμπλέκεται στην παροχή υπηρεσιών υγείας. Έτσι μαζί ή και ανεξάρτητα με το γιατρό, μπορεί να διωχθεί ποινικά και το νοσηλευτικό προσωπικό που συμμετέχει στη θεραπεία, ο χειριστής ενός εξειδικευμένου μηχανήματος και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είναι δυνατό να εμπλέκεται στην αλυσίδα των επικίνδυνων γεγονότων που οδήγησαν στο θάνατο.

 

Στην Κύπρο δεν υπήρξε μέχρι σήμερα ποινική καταδίκη παροχέα υπηρεσιών υγείας με βάση το άρθρο αυτό. Όπως επιβεβαιώθηκε και στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 8 Αυγούστου 2006 στην ποινική υπόθεση 10564/04: «...η παράβαση του καθήκοντος προσοχής πρέπει να είναι σε τέτοιο βαθμό, ώστε η συμπεριφορά να εκφεύγει από τα πλαίσια της αστικής αμέλειας και να χαρακτηρίζεται πλέον ως εγκληματική.[24] Επί ιατρικής αμέλειας το μέτρο δεν είναι του μέσου λογικού ανθρώπου, αλλά εκείνο του μέσου λογικού επαγγελματία με τα ιδιαίτερα προσόντα.»[25]

 

Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, είναι δυνατή η καταδίκη γιατρού που προκάλεσε το θάνατο σε ασθενή του για ανθρωποκτονία με βάση το άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα. Στην Κύπρο δεν υπάρχει τέτοια καταδίκη, αλλά ούτε και υπάρχουν στατιστικές κατά πόσο γιατροί κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία. Στην Αγγλία, όμως υπάρχει μια αυξητική τάση να κατηγορούνται γιατροί για ανθρωποκτονία. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την περίοδο 1970 μέχρι το 1990 μόνο 4 γιατροί είχαν κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία, από το 1990 μέχρι το 1999 ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 17 και από το 2000 μέχρι το 2006 αυξήθηκε σε 64[26]. Η ανθρωποκτονία συνίσταται στην πρόκληση θανάτου με παράνομη πράξη. Αν η απαιτούμενη για καταδίκη για ανθρωποκτονία παρανομία, που ενδιαφέρει για σκοπούς καταλογισμού ιατρικής ευθύνης, συνίσταται σε βαριά αμέλεια (gross negligence), τότε θα πρέπει να προσδιοριστεί εννοιολογικά. Στην υπόθεση Adomako[27] με επιγραμματικό τρόπο ο Lord Mackay καθόρισε τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν προκειμένου οι ένορκοι να καταλήξουν σε ετυμηγορία καταδίκης. Σε πρώτο στάδιο εφαρμόζονται οι συνήθεις αρχές της αμέλειας. Αν πράγματι διαπιστωθεί ύπαρξη αμέλειας, θα πρέπει να εξετασθεί αν αυτή προκάλεσε το θάνατο του θύματος. Σε περίπτωση που και αυτή η απάντηση είναι καταφατική, οι ένορκοι θα πρέπει να αξιολογήσουν την απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας και να αποφασίσουν αν αυτή ήταν σε βαθμό που διακινδύνευε τη ζωή του ασθενούς ώστε να πρέπει να κριθεί ως ποινική.  

 

Στην Ελλάδα έχουμε πρόσφατη καταδίκη γιατρού από την Ρόδο σε φυλάκιση 15 μηνών με τριετή αναστολή επειδή με τις παραλείψεις του προκλήθηκε ο θάνατος σε Άγγλο υπήκοο.[28]

Πιο συνηθισμένη στον τόπο μας, είναι η ποινική καταδίκη με βάση το άρθρο 236(ε) του Ποινικού Κώδικα. Αν ένας γιατρός με τρόπο αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη προσώπου που έχει αναλάβει τη νοσηλεία του, προβαίνοντας σε ιατρική ή χειρουργική θεραπεία, είναι ένοχος πλημμελήματος που επιφέρει μέγιστη ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαυρομάτης,[29] ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για την τεκμηρίωση αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 236(ε) αποκλείει την υπαίτια αμέλεια. Η αμέλεια του άρθρου αυτού, όπως και του Άρθρου 210, συνίσταται στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη και είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη.

 

Με βάση το άρθρο 236(ε) κατηγορήθηκαν και οι γιατροί στη γνωστή υπόθεση αναφορικά με το θάνατο του νεαρού Γιώργου Χατζηδημήτρη στην οποία όμως το δικαστήριο επικεντρώθηκε σε θέματα προκατάληψης του Δικαστηρίου και καθυστέρησης στην εκδίκαση που οδήγησαν σε αθώωση των γιατρών[30].

 

 

 

 

5. ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ

 

Η πιο συχνή αιτία αστικής αγωγής εναντίον προσώπου που αναμειγνύεται στην παροχή υπηρεσιών υγείας, είναι εκείνη της ιατρικής αμέλειας. Η αμέλεια του γιατρού μπορεί να πάρει τη μορφή εσφαλμένης ή καθυστερημένης διάγνωσης, εσφαλμένης ενέργειας, πρόκλησης ιατρογενούς βλάβης, ανεπαρκούς ή ελλιπούς πρόβλεψης δυσμενούς αποτελέσματος, παράλειψης παραπομπής σε ειδικό γιατρό ή μη ορθής οργάνωσης ιατρείου. Κατά την άσκηση ιατρικής μπορεί επίσης να τεθεί θέμα αναλογικότητας των μεθόδων διάγνωσης και θεραπείας, επιλογής μεταξύ περισσοτέρων ισοδύναμων θεραπευτικών πρακτικών, συναίνεσης του ασθενούς και τήρησης ιατρικών αρχείων.

 

Η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών είναι χαρακτηριστική περίπτωση ύπαρξης καθήκοντος του προσώπου που παρέχει τις υπηρεσίες να επιδείξει επιμέλεια και προσοχή προς τον ασθενή (βλ. Άρθρο 51(2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και τους Κανονισμούς για την Ιατρική Δεοντολογία).  Το ερώτημα επομένως είναι κατά πόσο ο γιατρός έχει εκπληρώσει το καθήκον επιμέλειας και σε περίπτωση που η απάντηση είναι αρνητική, κατά πόσο η οποιαδήποτε ζημιά που έχει υποστεί ο ασθενής απορρέει από την πράξη ή παράλειψη που συνιστά παράβαση του σχετικού καθήκοντος.[31] Όπως σε όλες τις περιπτώσεις αγωγής για μη επίδειξη επιμέλειας, έτσι και στην ιατρική αμέλεια θα πρέπει να αποδειχθεί:

 

(α) Η ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή:

 

Αν ο παροχέας υπηρεσιών υγείας παρουσιάζεται ότι κατέχει ειδικές δεξιότητες και γνώσεις και παρέχει συμβουλές και φροντίδα με βάση τις ιδιότητες του αυτές, οφείλει προς τον ασθενή το καθήκον να χρησιμοποιήσει την απαραίτητη προσοχή αναλαμβάνοντας τη θεραπεία. Όπως ο Lord Hewart C.J είπε στην υπόθεση Bateman[32], αν ένα πρόσωπο παρουσιάζει τον εαυτό του ότι κατέχει ειδική δεξιότητα και γνώση και δίδει συμβουλές με την ιδιότητά του αυτή, οφείλει στον ασθενή το καθήκον να χρησιμοποιήσει, αναλαμβάνοντας την θεραπεία, ανάλογη προσοχή. Αν αποδεχτεί την ευθύνη της ανάληψης της θεραπείας και ο ασθενής αφεθεί στα χέρια του, οφείλει στον ασθενή καθήκον επιμέλειας «care, knowledge, skill and caution in administering the treatment.» 

 

Ο νομικός δεσμός μεταξύ γιατρού και ασθενούς δημιουργείται από τη στιγμή που ο ασθενής καταφεύγει στο γιατρό και αυτός αποδέχεται να αναλάβει τη θεραπεία του. Η θεμελιώδης σημασία του δεσμού αυτού είναι ότι ο γιατρός με βάση το νόμο θα οφείλει από τη στιγμή αυτή στον ασθενή του, νομικό καθήκον επιμέλειας.

 

Παρόλο που η σύμπτωση της παράκλησης του ασθενούς με τη συνεπαγόμενη ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του γιατρού αποτελούν τη συνήθη τακτική, στην πράξη υπάρχουν περιπτώσεις που η νομική σχέση δημιουργείται χωρίς ο ασθενής να αποταθεί στο συγκεκριμένο γιατρό. ΄Όταν σε επείγουσες περιπτώσεις που ο ασθενής δεν είναι σε θέση να επικοινωνήσει, ο γιατρός αναλαμβάνει την παροχή ιατρικής φροντίδας, επιφορτίζεται εκ των πραγμάτων με την υποχρέωση επιμέλειας. Ο γιατρός έχει νομική υποχρέωση να περιθάλψει τον ασθενή στο νοσοκομείο όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει υποχρέωση να αποκαλύψει και να εξασκήσει την ιδιότητα του αυτή όταν βρίσκεται εκτός εργασίας, σε μια δεξίωση ή στο δρόμο (The Good Samaritan in European Private Law; On the Perils of Principles without a Programme and a Programme for the Future, Inaugural lecture, Maastricht University 19 May 2000,). Η προστασία αυτή είναι καθ΄ όλα λογική αφού η επέμβαση του υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να οδηγήσει σε ιατρικό ατύχημα και καταλογισμό αμέλειας, μια που ένα επεισόδιο ενδέχεται να λάβει απρόβλεπτες διαστάσεις. Αν όμως τελικά αποφασίσει να παράσχει τις υπηρεσίες του και αναλάβει την επιμέλεια του ασθενούς, τότε δημιουργείται καθήκον όπως μη ενεργήσει αμελώς. Αναμφίβολα, αν επέλθει επείγουσα ανάγκη όταν ο ασθενής βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση σε νοσοκομείο, η υποχρέωση επιμέλειας που ήδη υπάρχει, θεωρείται ότι εξακολουθεί να υφίσταται. Το δικαίωμα του ασθενούς για κατεπείγουσα φροντίδα, νοουμένου ότι έχει κληθεί προς τούτο γιατρός, ρυθμίζεται από τα άρθρα 8 και 9 του Νόμου για την Κατοχύρωση των Δικαιωμάτων των Ασθενών. Όταν ο γιατρός κληθεί να παράσχει φροντίδα υγείας σε ασθενή κάτω από περιστάσεις που εκ πρώτης όψης συνιστούν επείγον ιατρικό περιστατικό, εξετάζει και περιθάλπει τον ασθενή το συντομότερο δυνατό, κατά το μέγιστο βαθμό των ικανοτήτων του.  

 

(β) Αμελής πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού:

 

Το κριτήριο που οριοθετεί μια πράξη σαν αμελή είναι εκείνο της δεξιότητας που θα πρέπει να επιδείξει ένας μέσος συνετός επαγγελματίας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Αρχικά καταδικαζόταν μόνο η σοβαρή αμέλεια και οι ενέργειες του γιατρού κρίνονταν με μεγαλύτερη επιείκεια. Στη συνέχεια κρίθηκε ότι δε μπορεί να γίνεται διαφοροποίηση στην έκταση της αμέλειας. Καθήκον του γιατρού είναι η εξάσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής στο μέγιστο βαθμό των ικανοτήτων του. Όταν ο γιατρός παρουσιάζει τον εαυτό του ως ειδικό, το καθήκον επιμέλειας που πρέπει να επιδείξει είναι εκείνο του μέσου εξειδικευμένου γιατρού της συγκεκριμένης ειδικότητας.[33] Το πρόβλημα του επιπέδου εξειδίκευσης, περιπλέκεται με την καθιέρωση υποειδικοτήτων.[34] Αν ο γιατρός παρουσιάζεται ότι είναι εξειδικευμένος ειδικός (special specialist), τότε θα κριθεί με τα επίπεδα που θα αναμένονται από την ύπαρξη της εξειδίκευσης ή υποειδικότητας και θα αναμένεται από αυτόν να έχει ευρύτερη γνώση και μεγαλύτερη δεξιότητα από αυτήν που απαιτείται από ένα άλλο γιατρό. Το κριτήριο μέχρι σήμερα ήταν το καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας[35]. Όπως επανειλημμένα τονίστηκε, το τι είναι εύλογο καθορίζεται αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχετικές περιστάσεις. Προσδιορίζοντας το εύλογο της συμπεριφοράς του γιατρού, όπως και σε κάθε άλλο εναγόμενο, λαμβάνουμε υπόψη:

 

  • το προβλεπτό της ζημιάς (foreseeability of the injury),
  • το μέγεθος του κινδύνου (magnitude of the risk),
  • την ευχέρεια αποφυγής του κινδύνου (the cost or practicality of avoiding the risk) και
  •  το σκοπό για τον οποίο διεξάγεται η διαδικασία (the purpose for which the procedure is carried out).

 

Ο κίνδυνος να υποστεί βλάβη ένας ασθενής είναι πάντοτε μια αναγνωρισμένη πιθανότητα, ανεξάρτητα από τη δεξιότητα που επιδεικνύεται. Ο γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών, ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα έχει αντίθετη άποψη. Η νομική αυτή αρχή με βάση την οποία εκδικάστηκαν χιλιάδες υποθέσεις από το 1957 που καθιερώθηκε στην υπόθεση Bolam[36], έγινε πιο αυστηρή ακολουθώντας την τάση για καταλογισμό μεγαλύτερης ευθύνης στους γιατρούς με μια απόφαση του 1998[37]. Στην απόφαση αυτή τονίστηκε ότι δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να καλέσει αριθμό γιατρών για να πουν ότι η πράξη ή παράλειψη του συνάδει με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Το δικαστήριο πρέπει να αξιολογήσει το ίδιο την μαρτυρία αυτή και να αποφασίσει αν η υπό κρίση ιατρική πρακτική θέτει τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο. Με την εξέλιξη αυτή εναποτίθεται πλέον στο δικαστήριο το έργο της αξιολόγησης της ιατρικής πρακτικής και δεν απαλλάσσεται ο γιατρός από την ευθύνη του απλά και μόνο επειδή απέδειξε ότι η τακτική του είναι ορθή.

 

(γ) Πρόκληση ζημιάς:

 

Ακόμα κι’  αν αποδειχθεί στο Δικαστήριο η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας και διαπιστωθεί η παράβαση του, η Αστική Αγωγή θα παραμείνει χωρίς αποτέλεσμα αν δεν αποδειχθεί ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του ασθενούς χειροτέρευσε ή αυτός υπέστη κάποια άλλη ζημιά. Η λέξη ζημιά ερμηνεύεται από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 με ευρύτητα και περιλαμβάνει την απώλεια ή μείωση ιδιοκτησίας, άνεσης, σωματικής ευεξίας, υπόληψης ή άλλη παρόμοια απώλεια ή μείωση. Έτσι όταν αποδειχθεί η ιατρική αμέλεια μπορούν να επιδικαστούν αποζημιώσεις τόσο για ζημιές που είναι αποτιμητές σε χρήμα, όπως ιατρικά έξοδα αποκατάστασης, φαρμακευτική αγωγή αναγκαία λόγω της βλάβης, απώλεια εισοδημάτων, έξοδα διαμόρφωσης κατοικίας και άλλα, όσο και ζημιές που δεν είναι αποτιμητές σε χρήμα. Αυτές είναι και οι πιο ψηλά αποζημιώσιμες και περιλαμβάνουν πόνο, ταλαιπωρία, ψυχική βλάβη, απώλεια προσδοκίας ζωής, μόνιμη ανικανότητα και γενικά κάθε μη αποτιμητή σε χρήμα ζημιά που έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της άνεσης του παθόντος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν ο γιατρός επιδεικνύει ιδιαίτερα αλαζονική συμπεριφορά έναντι του ασθενούς, μπορεί να επιδικαστούν και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η παραχώρηση τέτοιων αποζημιώσεων έχει στην πράξη ατονήσει, αλλά η επιδίκαση τους αποτελεί ακόμα ένα ανοιχτό ενδεχόμενο.

 

 

 

(δ) Αιτιώδης Συνάφεια

 

Ο γενικός κανόνας είναι ότι το Βάρος Απόδειξης του γεγονότος ότι ένα πρόσωπο επέδειξε αμέλεια φέρει αυτός που ισχυρίζεται την ύπαρξή της. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει όχι απλά να αποδείξει την ύπαρξη της αμέλειας, αλλά και να καταδείξει τη σχέση της αμέλειας που επιδείχθηκε με τη ζημιά που προκλήθηκε στον ίδιο. Στην περίπτωση της ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει ότι η νοσηλεία που του παρασχέθηκε οδήγησε στη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Χωρίς τη σύνδεση αυτή  δε μπορεί να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια[38].

 

Είναι ενδεχόμενο μια θεραπευτική αγωγή να μην απολήξει στην αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς. Αυτό όμως από μόνο του δεν αποτελεί αμέλεια. Για παράδειγμα, στην Αγγλική υπόθεση Barnett[39] το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μια νοσοκόμα που αρνήθηκε να περιθάλψει ένα ασθενή ο οποίος είχε καταφτάσει στο νοσοκομείο με συνεχείς εμετούς και πεντέμισι ώρες αργότερα απεβίωσε από δηλητηρίαση από αρσενικό, δεν ήταν αμελής καθ΄ ότι ακόμη και αν του προσφερόταν άμεση θεραπεία ο θάνατος του θα ήταν αναπόφευκτος λόγω της μεγάλης ποσότητας δηλητηρίου που είχε καταναλώσει. Συνεπώς, η ζημία θα πρέπει να είναι η άμεση συνέπεια της αμέλειας που αποδείχθηκε. Σε  μια Αυστραλιανή υπόθεση που αφορούσε παράλειψη παροχής συμβουλής για τους κινδύνους που συνεπαγόταν μια θεραπευτική αγωγή, αναλύθηκε η σχέση ανάμεσα στην κατά ισχυρισμό εσφαλμένη συμπεριφορά ή παράλειψη και τη ζημιά για την οποία υποβάλλεται το παράπονο.[40]  Η πρακτική προσέγγιση του συνδέσμου αυτού όπως τονίστηκε στην πιο πάνω υπόθεση είναι ότι, όταν αποδειχτεί παράβαση καθήκοντος και ζημιά, είναι φυσικό για το δικαστήριο να νιώθει απρόθυμο να στείλει τον παθόντα στο σπίτι του με άδεια χέρια. Όμως η απροθυμία αυτή θα πρέπει να ξεπεραστεί εκεί όπου η νομική αρχή της αιτιώδους συνάφειας το απαιτεί. Αν τούτο δεν επιτευχθεί, τότε είμαστε εκτεθειμένοι στον κίνδυνο του καθορισμού εσφαλμένου επιπέδου ευθύνης. Τελικά όμως όπως ανέφερε ο Lord Salmon[41] η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας είναι θέμα πραγματικό.

 

(ε) Βάρος Απόδειξης

 

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο γενικός κανόνας θέλει τον ενάγοντα να φέρει το Βάρος απόδειξης της ύπαρξης όλων των στοιχείων που συνιστούν την αμέλεια, περιλαμβανομένης και της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παράλειψη και τη ζημιά. Όταν ο ενάγοντας καταδείξει ότι υπήρξε παράβαση καθήκοντος που συνδέεται στενά με ζημιά, έχει πλέον θεμελιωθεί μια εκ πρώτης όψεως αιτιώδης συνάφεια. Από εκεί και πέρα, εξαρτάται από τον εναγόμενο να δείξει με μαρτυρία και επιχειρήματα ότι ο ασθενής δεν θα πρέπει να αποζημιωθεί.[42]  Όταν όμως οι συνθήκες πρόκλησης της ζημιάς βρίσκονται εντελώς έξω από τη σφαίρα γνώσης του, τότε το Βάρος απόδειξης του ότι δεν επιδείχθηκε αμέλεια φέρει ο εναγόμενος. Όταν για παράδειγμα κάποιος εισάγεται στο Νοσοκομείο για μια απλή εγχείρηση και στη συνέχεια αποκαλύπτεται ότι στο εσωτερικό του αφέθηκε ένα εργαλείο, τότε το Βάρος απόδειξης των συνθηκών υπό τις οποίες αφέθηκε, φέρει το ιατρικό προσωπικό που διενήργησε την εγχείρηση που θα πρέπει να πείσει ότι αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Επίσης, όταν κάποιος εισάγεται για θεραπεία κατάγματος και υφίσταται μόλυνση που οδηγεί στην αποκοπή του σπασμένου ποδιού, το βάρος απόδειξης του λόγου για τον οποίο επήλθε η μόλυνση και του ότι αυτή δε μπορούσε να αντιμετωπισθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά, φέρει αυτός που παρακολουθούσε τον ασθενή. Στην υπόθεση Αθανασίου[43] αποφασίστηκε ότι όταν ο ενάγων επιλέξει να φέρει μαρτυρία για να αποδείξει την αμέλεια του εναγόμενου, δεν αναστρέφεται το Βάρος απόδειξης. Ο Ενάγοντας επομένως θα πρέπει από την αρχή να αποφασίσει τη γραμμή παρουσίασης της υπόθεσης του. Είτε να προβάλει άγνοια των περιστατικών που οδήγησαν στη ζημιά και να ισχυριστεί ότι αυτά ευρίσκονται αποκλειστικά στη σφαίρα γνώσης του Εναγομένου, είτε να προβάλει τις λεπτομέρειες αμέλειας που κρίνει ότι βαρύνουν την αντίπαλη πλευρά.

 

5. ΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ

 

Είναι γεγονός πως οι πιο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο καταγγελίας για παραβίαση δικαιωμάτων των ασθενών ή για αντιδεοντολογική συμπεριφορά, είναι οι γιατροί που διαδραματίζουν τον πρώτο ρόλο στον τομέα της παροχής υπηρεσιών υγείας. Ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος με τους Γενικούς Κανονισμούς άσκησης του επαγγέλματος που εισήγαγε με την ΚΔΠ 100/1991, καθιέρωσε δεοντολογία, ορίζοντας ότι το ιατρικό επάγγελμα είναι από τη φύση του ελεύθερο επάγγελμα. Αυτό απαιτεί όπως ο γιατρός εκτελεί το έργο του ενσυνείδητα και ανθρωπιστικά, αποφεύγοντας την άσκηση αμυντικής ιατρικής.

 

Με τους κανονισμούς αυτούς θεσπίζονται τα καθήκοντα του γιατρού προς τους ασθενείς. Τα δικαιώματα των ασθενών που προαναφέραμε, εκφρασμένα υπό τη μορφή καθηκόντων των γιατρών απαριθμούνται ενδεικτικά στους Κανονισμούς αυτούς. Έτσι για παράδειγμα: ο γιατρός οφείλει να δείχνει σε όλους τους ασθενείς ίση μέριμνα, επιμέλεια και αφοσίωση. Επιπλέον προστατεύεται το επαγγελματικό απόρρητο, η σχέση γιατρού ασθενούς που περιγράφεται ως ιερή, η υποχρέωση για  απόλυτη εχεμύθεια και η αποκάλυψη πληροφοριών μόνο μετά τη γραπτή συγκατάθεση του ασθενούς ή του νομικού του αντιπροσώπου, εκτός από ρητά καθοριζόμενες εξαιρέσεις.

 

Ο Νόμος περί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (προστασία του ατόμου) Ν.138(Ι)/2001 προσέδωσε μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο καθήκον των παροχέων υπηρεσιών υγείας που τηρούν αρχεία να τα διαχειρίζονται με τρόπο που να μην παραβιάζονται τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των ασθενών. Η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται με βάση το άρθρο 6(2)(στ) του πιο πάνω Νόμου μόνο όταν εκτελείται από πρόσωπο που ασχολείται κατ’ επάγγελμα με την παροχή υπηρεσιών υγείας και υπόκειται σε καθήκον εχεμύθειας ή σε συναφείς κώδικες δεοντολογίας, υπό τον όρο ότι η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ιατρική πρόληψη, διάγνωση, περίθαλψη ή τη διαχείριση υπηρεσιών υγείας.

 

Ο ρόλος του γιατρού κατά τα τελευταία στάδια της ζωής, μπορεί σήμερα να δημιουργήσει σοβαρά ηθικά και δεοντολογικά διλήμματα: ιδίως λόγω της ύπαρξης μηχανικών μέσων υψηλής τεχνολογίας που βοηθούν στην παράταση λειτουργιών της ζωής. Αποτελεί καθήκον του γιατρού να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για τη διάσωση του αρρώστου, ή αν αυτό δεν είναι κατορθωτό, για την ανακούφιση του πόνου, σωματικού και ψυχικού. Η ενεργητική απόμέρους γιατρών επιτάχυνση του θανάτου δεν επιτρέπεται με κανένα μέσο. Αναφορά γίνεται στον εγκεφαλικό θάνατο ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τη λεγόμενη ευθανασία.

 

Οι Κανονισμοί αυτοί δεν εξαντλούν το θέμα του τρόπου συμπεριφοράς και δράσης των γιατρών που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα στο γενικότερο νομοθετικό πλέγμα, αλλά καταδεικνύουν το πολύμορφο της ιατρικής ευθύνης.

 

6. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

 

Με την περιγραφική λοιπόν αυτή αναφορά στις υποχρεώσεις των παροχέων υπηρεσιών υγείας, τα δικαιώματα των ασθενών και τις επιπτώσεις τους στον τρόπο καταλογισμού της ιατρικής αμέλειας, οδηγούμαστε σε μια πιο σαφή αντίληψη των προβλημάτων που αντιμετωπίζονται στην καθημερινή πρακτική. Μια πρακτική που ευρίσκεται μπροστά σε νέες συνθήκες οι οποίες επισείουν τον κίνδυνο του λάθους και της τιμωρίας, με σκληρό πολλές φορές τρόπο.

 

Στην περίπτωση των εργαζόμενων στα δημόσια νοσηλευτήρια, υπάρχει η πρόσθετη υποχρέωση τήρησης των κανόνων συμπεριφοράς που τέθηκαν από το Νόμο περί Δημόσιας Υπηρεσίας αρ. 1/1990. Έτσι σε περίπτωση που ένας Δημόσιος υπάλληλος βρεθεί ένοχος για παραβίαση κάποιου δικαιώματος ασθενούς ή για επίδειξη ιατρικής ή άλλου είδους αμέλειας, θα αντιμετωπίσει και την πειθαρχική δίωξη από την Αρμόδια Αρχή, που στην προκειμένη περίπτωση είναι το Υπουργείο Υγείας και θα ακουστεί από την ΕΔΥ ή την Αρμόδια Αρχή, ανάλογα με τη σοβαρότητα. Η διατύπωση των υποχρεώσεων των δημόσιων υπαλλήλων στο άρθρο 60 του Νόμου, είναι τόσο γενική που αφήνει ευρύ πεδίο καταλογισμού ευθύνης. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο δημόσιος υπάλληλος οφείλει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξυπηρέτηση του κοινού με τρόπο αντικειμενικό, δίκαιο, απροσωπόληπτο και αμερόληπτο. Επίσης να μην ενεργεί ή παραλείπει ή συμπεριφέρεται με τρόπο που δυνατό να δυσφημήσει το κύρος της δημόσιας υπηρεσίας γενικά ή τη θέση του ειδικά ή δυνατό να τείνει σε κλονισμό της εμπιστοσύνης του κοινού στη δημόσια υπηρεσία. Τέλος θα πρέπει να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια, ευγένεια και ειλικρίνεια.

 

Πέραν λοιπόν από τις υποχρεώσεις που έχει κάθε άλλος εργαζόμενος, ο Δημόσιος υπάλληλος γενικά και ειδικά ο εργαζόμενος στα δημόσια νοσηλευτήρια θα πρέπει να είναι διπλά προσεκτικός αφού η πειθαρχική διαδικασία μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων που φτάνουν μέχρι και την απόλυση. Οι αποδεικτικοί κανόνες που εφαρμόζονται ενώπιον της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας κατά την εκδίκαση των πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι ελαστικοί. Στο πρόσωπο του δημόσιου υπαλλήλου κρίνεται το πνεύμα που ιδανικά θα πρέπει να διατρέχει τη δημόσια υπηρεσία.

 

Επιπλέον, ο δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι της Δημοκρατίας για κάθε απώλεια ή ζημιά που προξενείται από την αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή παράλειψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και μπορεί να επιβαρυνθεί για ολόκληρο ή μέρος της απώλειας ή ζημιάς που προξενήθηκε κατ΄ αυτό τον τρόπο αν το αποφασίσει ο Υπουργός Οικονομικών, αφού λάβει τις απόψεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Γενικού Ελεγκτή (άρθρο 70 του Ν.1/1990). Σε περίπτωση δηλαδή που το Κράτος αναγκαστεί να καταβάλει αποζημιώσεις για  ζημιά που προκλήθηκε από την εκ μέρους του γιατρού ή του νοσηλευτικού προσωπικού παραβίαση δικαιώματος ενός ασθενούς, ενδεχομένως να κληθεί να καταβάλει ολόκληρο ή μέρος του ποσού που επιδικάστηκε. Το πρόβλημα καθίσταται ακόμα σοβαρότερο με την αυξητική τάση των αποζημιώσεων που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια, ιδίως σε άτομα που υπέστησαν σωματική ή ψυχική βλάβη σαν αποτέλεσμα παραβίασης ατομικού τους δικαιώματος.

 

Όλα τα πιο πάνω θα ακούγονταν μάλλον απειλητικά και σκληρά αν δεν υπήρχε η δεδομένη εκ μέρους των γιατρών αφοσίωση στο καθήκον. Ένα καθήκον που η παράδοση του χάνεται στα βάθη των αιώνων και φτάνει μέχρι τον πατέρα της ιατρικής, τον Ιπποκράτη που δυόμισι χιλιάδες χρόνια πρίν, στον όρκο που κρατάει μέχρι σήμερα, αποτύπωσε όσα με εκτεταμένο, λεπτομερειακό και φλύαρο τρόπο προσπαθούμε σήμερα να πούμε στους διάφορους χάρτες δικαιωμάτων και στους κανονισμούς δεοντολογίας[44].

 

7. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Gregg[45] οι παροχείς υπηρεσιών υγείας δεν θα πρέπει να κατευθύνονται άμεσα ή έμμεσα υπό το φόβο αρνητικών νομικών συνεπειών αλλά από την επιθυμία να εκτελέσουν το επαγγελματικό τους καθήκον και να κάνουν ότι καλύτερο μπορούν για τους ασθενείς τους.

 

Η αυτονόητη αυτή θέση, σε συνδυασμό με την πιστή τήρηση της ιατρικής δεοντολογίας θα απαλλάξει τους γιατρούς, αλλά και όλους όσους εργάζονται στον τομέα της υγείας, από το βάρος του άγχους ότι θα αντιμετωπίσουν τις νομικές προεκτάσεις της επίκρισης.  

 

Συμπερασματικά θα επισημαίναμε ότι είναι αναγκαία η προσέγγιση του ιατρικού κόσμου με το νομικό και δικαστικό, ώστε να αποδίδεται δικαιοσύνη από έμπειρους και ευαισθητοποιημένους δικαστές, προς όφελος των ασθενών, των γιατρών και της ασφάλειας δικαίου.

 

Λευκωσία, 25 Φεβρουαρίου 2010

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΠΠΟΥΡΙΔΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ



[1] Jonathan Herring “Medical Law and Ethics”, Oxford, 2nd Edition, P.93

[2] www.timesonline.co.uk , 31/10/2005

[3] www.harrispolitis.gr  Ενημέρωση ΙΣΑ, τ. 191, /2006 σ. 63-70

[4] www.kathimerini.gr , 23/02/2007

[5] Katina Hadjitheodosiou v 1. Petros Koulias, 2. Evlalia Efstradoudaki [1970] 1 CLR 310

[7] Hammurabi's Code of Laws, Translated by L. W. King (Art. 218)

[8] Ηροδότου Ιστορίαι, Μετάφραση: Η. Σπυρόπουλος, Εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα, 1997

[9] «Ασκέειν περί τα νοσήματα δύο, ωφελέειν ει μη βλάπτειν» (Ιππ. Συλ. ΙΙ, 634).

[10] «Ιατρών δε περί πάντων αν ο θεραπευόμενος υπ΄αυτών ακόντων τελευτά καθαρός έστι κατά Νόμον».

[11] Πλουτάρχου ‘Βίοι Παράλληλοι’, Τόμος Ζ, Μετάφραση Α. Ρ. Ραγκαβή

[12] Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ‘Φυσική Ιστορία’ (Naturalis Historia), Κεφ. 29.

[13] Lex Aquilia, by Thayer, James Bradley Cambridge: Harvard University Press, 1929. vi, 3-226 pp. Reprinted 2008 by The Lawbook Exchange.

[14] ‘Κυπριακαί Σπουδαί’ Τόμος 12 (1948)

[17] ΑG v Guardian Newspapers Ltd (NO 2) [1990] AC 109. Law and Medical Ethics, Seventh Edition, Mason j.k Mason G.T. Laurie

[18] Re T (adult) (refusal of medical treatment) [1992] 4 All ER 649

[19] Re C (adult: refusal of medical treatment) [1994] 1 All ER 819.

[20] Thake v Maurice [1986] QB 644, (1986) 1 all ER 497(CA)

   Eyre v Measday [1986] 1 All ER 488

[21] Greaves  & Co ( Contractors) LTD v. Baynham, Meikle & Partners [1975] 3ALL ER 99 μ

[22] Sullivan v. O Connor [1973] 296 NE 2d 183 {CAL Sup Ct}

La Fleur v. Cornelis [1979] 28 NBR {2d} 569 {New Brunswick}

[23] Νικηφόρος Σπύρου κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.α. (2001) 1 ΑΑΔ 1538.

[24] Αντωνίου v. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 98 και R. v. Bateman (1925) L.J.K.B. 791), R. v. Adomako (1995) J.A.C. 171.

[25] Κλασσική επί του θέματος υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Management Commitment (1957) 2 A11 E.R. 118)

[26] Quick, O. (2006b) “Prosecuting Gross medical Negligence: manslaughter, discretion and the crown prosecution service” Journal of Law and Society 33:421.

[27] R. v. Adomako (1995) J.A.C. 171

[29] Μαυρομάτης ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 69

[30] Ποινικές Εφέσεις Αρ. 7802, 7803, 7804 και 7805 (Απόφαση ημερ. 26/2/2007).

[31] Αρ. Αγωγής 3132/2000, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 3/3/2008.

[32] R v. Bateman [1925] 94 LJKB791 [CCA]

[33] Maynard v. West Midlands RHA [1985] 1ALL ER 635 και Sidaway  v. Bethlem Royal Hospital Governors [1985] AC 871, [1985] 1ALL ER 643

[34] Wimpey Construction ltd v. Poole [1984] 2 Lloyds Rep 499 [ Webster J]

[35] Όπως είπε ο δικαστής Tindall Banck  Hooper (1835) 7 C & P 81: «A surgeon does not become an actual insurer. He is only bound to display efficient skill and knowledge in his profession».

[36] Bolam v. Friern Hospital Management Committee (1957) WLR 582.

[37] Bolitho v. City and Hackney Health Authority (1998) A.C. 232)

[38] Πολιτική Έφεση Αρ. 292/2005 (Απόφαση ημερ. 17/12/2007)

[39] Barnett v. Chelsea and Kensington Hospital Committee (1968) 1 ALL E.R. 1068

[40] Kirby J in Chappel v. Hart [1998] 72 ALJR 1344 [HC OF Aust]

[41] Αlphacell v. Wodward [1972] AC 824 at 847

[42] Mcghee v. National Coal Board [1973] 1WLR 1at 6

[43] Αθανασίου ν. Κουνούνη (1977) 1 CLR 614

[44] The Hippocratic oath: text, translation and interpretation By Ludwig Edelstein Page 56 (1943).

[45] Gregg v. Scott (2005) UKHL 2

Ανδρέας Μαππουρίδης, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας